Με λίγα λόγια...


Αν και οι λέξεις χρησιμοποιήθηκαν από μένα, το νόημα που θα τους αποδοθεί είναι κατά κύριο λόγο ευθύνη δική σας, των αναγνωστών. Να έχετε πάντα υπόψιν ότι δεν διαβάζετε τις δικές μου σκέψεις επακριβώς, αλλά τον τρόπο, τον μοναδικό, με τον οποίο εσείς τις εκλάβατε. Κι ελπίζω να είναι πάντα ο καλύτερος κι ο πιο χρηστικός για εσάς και τους γύρω σας.
Ευχαριστώ.


Monday, May 30, 2011

Εσύ, για σένα

Κοίτα μαγεία και κοίτα ομορφιά. Μα μόνο κοίτα.
Γιατί εκρήγνυνται τα όνειρα σαν τ' αγγίζεις.
Και τα κομμάτια τους...
απ' τα χέρια σου απρόβλεπτα γλιστρούν.
Πόσο τρύπια πια αυτά τα χέρια.
Τι κι αν σφίγγεις την άδεια σου γροθιά,
μόνο σημάδια πάνω της θα μείνουν.
Ρηχά σημάδια, απ' τα νύχια τα μπηγμένα.
Κι ύστερα φως χωρίς σκιά.
Φως χωρίς σκιά.
Με απώτερο σκοπό το εσύ για σένα.
Κι εσένα να μην ταιριάζεις πουθενά.
Έτσι συμβαίνει όταν έχεις όνειρα χαμένα.
Μόνο φως και σκιά πουθενά.
Γιατί τίποτε δεν έμεινε τριγύρω να φωτίσει.
Με τη δική σου τη σκιά
να κατοικεί μέσα σε σένα..
Εσύ απέμεινες...
για σένα

Tuesday, May 24, 2011

Η Άκρη

Κι ήθελα από μικρός
οι ζωγραφιές στους πίνακες να κινούνται.
Το ήθελα πολύ. Σχεδόν το έβλεπα να συμβαίνει.
Και τι καλύτερο απ' το να κοιτάς έναν τοίχο
και να ταξιδεύεις μακριά.
Πιο μακριά από κάθε άλλη ύπαρξη
σ'έναν κόσμο που ζει μέσα σε τοίχους,
τοίχους που δεν μπορεί καν να αντικρύσει..
Πόσο ειρωνικό.

Δεν είμαι πια παιδί.
Κι οι ζωγραφιές στους τοίχους δεν κινούνται
χρόνια τώρα. Γιατί ξέρω τι είναι. Τι τις έφτιαξε.
Με ποιόν τρόπο. Από τι υλικά. Με τι διαδικασία.
Τα έμαθα όλα και τις κατέστησα έτσι ακίνητες.
Επειδή η γνώση σκοτώνει καμμιά φορά την φαντασία.
Ή και πάντα.
Τέλος το μυστήριο. Οι άγνωστες πτυχές μιας ιστορίας
που δεν έμαθες πραγματικά ποτέ
κι όμως πεπεισμένος είσαι πως γνωρίζεις.
Κι έτσι σβήνουν οι πιθανές εικόνες, οι πιθανές εκδοχές.
Δεν μπορείς να δημιουργήσεις κάτι που υπάρχει ήδη.
Μόνο να το αντιγράψεις μπορείς.
Μα δεν θα κάνεις καν αυτό.

Ας μιλήσουμε λοιπόν για τους τοίχους.
Τους γεμάτους από κάτι άδειο.
Από κάτι που δύσκολα θα μπορούσε να σε γεμίσει,
έστω προσωρινά.
Τους αόρατους.
Αυτούς δηλαδή που χτυπάμε επάνω τους
χωρίς να νιώθουμε κάτι
εκτός από το γνώριμο πια αδιέξοδο.
Τι κι αν κοιτάμε ξανά τις ζωγραφιές, τις ακίνητες πια,
με βλέμμα έκπληκτο.
Ξαναπέφτουμε στους τοίχους μας επίμονα,
σαν πεταλούδες σ' ένα φως ψεύτικο.
Και ξανά με ορμή πάνω τους πέφτουμε,
τους αγκαλιάζουμε και γλιστράμε,
νιώθοντας κάτι παγερό
να μας γδέρνει το στήθος και το μάγουλο.
Κάτι που δεν θα έπρεπε να υπάρχει μα το νιώθουμε.
Είναι εκεί. Μα δεν είναι. Τότε πως;

Κι έπειτα το συμπέρασμα. Η δήθεν λύτρωση.
- Είναι η άκρη εδώ! Είναι η άκρη!
Και γύρω μας το σμήνος ανθρώπων
που πέφτουν πάνω τους με την ίδια ορμή.
Επιβεβαίωση.
Και κάτω τα κουφάρια.
Επιβεβαίωση.
- Δεν υπάρχει παραπέρα. Δεν υπάρχει.

Κι η εικόνα ακίνητη.
Κι ο τοίχος αόρατος.
Κι η άκρη βρέθηκε.
Αυτό μόνο είχε πάντα σημάσια. Να βρεθεί η άκρη.

Και πάλι βρέθηκε η δήθεν άκρη λοιπόν.
Κι όλα ξαφνικά ως εκεί.

Tuesday, May 17, 2011

Αφιέρωση

Αφιερωμένο σε οτιδήποτε...

δεν πεθαίνει όταν πλέον το ζήσεις

δεν χάνεται όταν το κερδίζεις

δεν σε σκοτεινιάζει
όταν ξαφνικά το φωτίζεις


και οπωσδήποτε αφιερωμένο... πάντα

σε ότι σε κρατάει
...
όταν αφήνεσαι

Tuesday, May 10, 2011

Η μοναξιά κι η σιωπηλή καληνύχτα



Μπορείς ν' αφουγκραστείς τη μοναξιά...
Σσσσστ....άκου,
η βρύση στάζει, ο ανεμιστήρας βουίζει δυνατά
συνομιλίες αδιάφορες ακούγονται
και μια τηλεόραση να παίζει
αμάξια με λάστιχα που αγκαλιάζουν τον δρόμο σφιχτά,
δέντρα που λυγίζουν,
τέντες και πατζούρια που χτυπούν ρυθμικά.

Αν όλα αυτά φίλε μου τα άκουσες
και δεν ήταν για σένα μοναξιά
είσαι τυχερός,
που μοναξιά δεν αντελήφθηκες πως είναι,
αλλιώς θα σε πλησίαζε αργά μεθοδικά,
ψιθυρίζοντας λόγια γλυκά,
θα σε κατάπινε και θα σε ζέσταινε
όσο μια σιωπηλή καληνύχτα.

Καληνύχτα που ίσως άκουσες και δεν θα ξανακούσεις ποτέ
που δεν σου απευθύνθηκε ποτέ, μα θα 'θελες ν'ακούσεις
μια μόνο φορά, συχνά ή κάθε νύχτα...
Καληνύχτα που θα μπορείς πάντα να την πλάθεις στο νου σου
όπως ήταν,
όπως θα ήταν
όπως θα θελες να ήταν

σσσστ
κλείσε τα μάτια, συγκεντρώσου
πλάσε την ξανά και ξανά

"καληνύχτα..."

Thursday, May 5, 2011

Ενός λεπτού σιγή.


Θα μιλήσω γρήγορα για να μη με προλάβουν.
Για να χαθούν οι λέξεις μου από μπροστά τους
σαν τίποτε να μη συνέβη. Αυτό είμαι.
Το πολύ μου η σιωπή
και το λίγο μου οι αδιάφορες λέξεις.
Κι αν πνίγομαι,
θαρρώ πως είναι ωραία εδώ.
Πως ήταν πάντοτε ωραία.
Κλείνω τα βλέφαρα λοιπόν
για να καρφώνεται το βλέμμα
όπου εγώ θελήσω.
Κι όλοι οι άλλοι... Δεν βλέπουν τίποτε.
Έτσι νιώθω, γιατί δεν με νοιάζει τι κοιτούν.
Και δεν θα τους πιστέψω μέχρι να με πείσουν.
Και δεν θα με πείσουν μέχρι να τους πιστέψω.
Κι έτσι αέναα θα κυλάνε τριγύρω μου,
θα τρίζουν, θα θορυβούν
σαν άγνωστα βήματα σ' ένα πάτωμα σάπιο.
Θα συνεχίσω να στήνω αυτί
ν' αφουγκράζομαι οτιδήποτε πασχίζει να σβήσει,
να πέσει κάτω, να χαθεί.
Οτιδήποτε παραιτείται
και δεν κινείται πια με έπαρση, μ'αλαζονεία.
Ανάμεσα στη κραυγή και τον ψίθυρο,
ξέρω πια καλά τι θα εισακουστεί.

Σιωπή όλα σας λοιπόν.
Προσπαθώ να στήσω αυτί...

Tuesday, May 3, 2011

Φοβίες

Τι θα έπρεπε να μας φοβίζει...


-Να διακρίνουμε στο βλέμμα του άλλου την απουσία μας

-Να μην έχουμε τίποτε να χάσουμε,
αφού θα σημαίνει ότι τα χάσαμε όλα ήδη

-Οι οποιεσδήποτε προσδοκίες

-Το οποιοδήποτε "απαραίτητο"

-Το ότι ίσως δεν υπήρξε ζωή πριν τον θάνατο

-Το πόσες όμορφες στιγμές δεν έγιναν ανάμνηση

-Ο εαυτός μας όπως δεν τον αντικρύσαμε ακόμα


συνεχίζεται... "σύντομα"

Thursday, April 21, 2011

Στέκω...

-Στέκω-

ακούγεται παράξενα
όπως οτιδήποτε αόριστο
και περιφραστικά απερίγραπτο
αφουγκράσου

-Στέκω-

ακούγεται σαν αντίδραση, σαν ηχώ
με περιέργως παροπλισμένη περηφάνια
μα ακόμη απειλητικό
διαμορφωμένο ως ασυμμόρφωτο

-Στέκω-

Όχι -Στέκομαι-.
Γιατί τίποτε πια παθητικό.
Η άγρια μόνο όψη μιας άποψης
που όσο την καταδιώκεις
τόσο περισσότερο ριζώνει Εδώ.

-Στέκω λοιπόν και θα στέκω-

Με τόση εμπάθεια όση κι απάθεια
Με ανάστημα, είτε μεγάλο
είτε μικρό. Με ένα ανάστημα.
Σ' έναν κόσμο που δεν στέκει
οτιδήποτε στέκεται
Στέκω
ακόμη κι όταν δεν στέκομαι
όντας γονατιστός
ή κι όταν σέρνομαι
Στέκω ρε φίλε, στέκω
δηλαδή...
Αντιστέκομαι!

Ναι, αυτό είναι!
Αυτό πρέπει να είναι.
Αυτό θα ήθελα να είναι......

Στέκω.

Μα ίσως τελικά
απλά να κοντοστέκομαι
να κοιτώ με πλήρη απάθεια
έναν κόσμο ανόητο
Κόσμο δαιμονισμένο
από λίγους ευδαίμονες.

Ίσως τελικά
απλώς να κοντοστέκομαι
αποβλακωμένος απ' την τεράστια
οθόνη τηλεόρασης
που ευφυέστατα στήσανε
μέσα μου.

Στέκει.

Friday, April 15, 2011

Υπήρξα (;)

Ανάποδος. Αυτό είμαι.
Γιατί βλέπω τη μηλιά να πέφτει κάτω απ'το μήλο,
γιατί το μυαλό βασανίζει τις σκέψεις μου,
γιατί όταν βλέπω κάτι με διαφορετικό τρόπο,
δεν πιστεύω ότι βλέπω κάτι διαφορετικό...
Έτσι αρχίζουνε όλα, έτσι δεν είναι;
Μια απότομη στροφή του μυαλού
από ένα δυνατό χαστούκι
κι ο κόσμος ξαφνικά μια σβούρα.
Με τα χρώματα να γίνονται ένα.
Με τις τόσες του ρωγμές να σβήνουν στις στροφές.
Κόσμος λείος κι εσύ ξαφνικά λεία του κόσμου.
Έτσι δεν είναι;
Κι ίσως έτσι δεν είναι.
Μα έτσι σίγουρα αρχίζουν όλα.
Γιατί δεν γίνεται να υπάρξει μια αρχή
πριν τουλάχιστον υπάρξει ένα τέλος.

Μ'αρέσει ο απόηχος του παρελθόντος μου.
Γιατί δεν έμαθα τίποτε απ'αυτόν.
Δεν καταδέχτηκα.
Εγώ είμαι και τα λάθη μου.
Κι όταν είμαι λάθος,
τότε ορθώς πράττω λανθασμένα.
Δεν είναι δύσκολο,
αλλά μας είναι δύσκολο
να δεχθούμε κάτι τόσο απλοϊκό.

Το ότι θυμάμαι.
Ναι.
Αυτό είναι το πρόβλημα.
Γιατί δεν θέλω να θυμάμαι
όλα αυτά που κάποτε ήθελα.
Δεν είναι ότι δεν έχει νόημα.
Όλα έχουν.
Είναι που επαναπροσδιορίζονται αξίες
την ίδια στιγμή που γνωρίζεις πως
όλα είναι αόριστα.
Πως ορισμοί και διαχωρισμοί είναι πλασματικοί,
παράγουν ψευδαισθήσεις.
Χρήσιμοι βέβαια για μια επικοινωνία
που ήταν εξαρχής καταδικασμένη
στην ατέλεια,
αλλά τίποτε άλλο.
Μια ακόμη ατέλεια.

Τώρα πια πάντως,
"Τυχερός" ο προάγων
τον παράγοντα "Τύχη".
Εκεί φτάσαμε.
Από εαυτός των "θεών" μας,
θεοί του εαυτού μας.
Και φυσικά αναρωτιέμαι.
Αν όλος ο κόσμος είναι στο μυαλό μου,
τι θα μπορούσε τελικά να μου αποδείξει,
ή έστω να με πείσει πως υπάρχω;
Πως υπήρξα;

Αφουγκραστείτε. "Είμαι".
Τι όμορφη λέξη ρε Κόσμε. Μαγική.
Σαν παραμύθι.
Τί όμορφη λέξη.
Πόσο "τυχεροί" είμαστε όλοι.
Μέχρι να σβήσουνε τα φώτα
και να φύγουν οι σκιές απ' το σεντόνι...

Ανάποδος. Αυτό είμουν.
Κι όταν ο κόσμος όλος θα είναι στο μυαλό μου
αναρωτιέμαι...
ποιός θα με πείσει πως ποτέ υπήρξα.

Friday, April 8, 2011

Αρκεί

Μου αρκεί...
να σε κοιτώ να κείτεσαι
νεκρός
ανάμεσα σ' όμορφες λέξεις
και γρήγορα συμπεράσματα
με τα μάτια σου
εσταυρωμένα στο κενό
να σφαδάζουν γύρω σου
οι στιγμές
για λίγη σημασία
για λίγη παραπάνω
διάρκεια

Μου αρκεί...
να χαζεύω εγώ ο πήλινος
το κέρινο ομοίωμά μου
που 'χει στα χέρια του
φωτογραφία του πρωτοτύπου
όπως αυτό είχε αποθανατιστεί
σ'ένα τελάρο
από ταλαντούχο ζωγράφο
κοιτώντας την προτομή
ενός ανθρώπου
που δεν υπήρξε

Κι εγώ
είμαι ακόμα εγώ
έτσι θέλω να νομίζω
και κινούμαι, ανασαίνω
θορυβώ ή ψιθυρίζω
κάνω τα δέοντα δηλαδή
τα μικρά κι ασήμαντα
δέοντα

γιάτι έτσι έγινε
και κάπως υπάρχω
κι αυτή
η διάρκεια
μου αρκεί

για να κάνω
τα δέοντα δηλαδή
τα "μικρά κι ασήμαντα"
δέοντα

Saturday, April 2, 2011

Βροχή

Μια σταγόνα που πέφτει για πάντα. Αυτό θαρρώ μ' απεικονίζει. Γιατί μοιάζει αεικίνητο κι ίσως δεν είναι. Ίσως οτιδήποτε αεικίνητο, ακίνητο ει. Κι έτσι γύρω μου άνθρωποι αμέτρητοι, ανθρώπινη βροχή, περιμένουν το τέλος για μια νέα αρχή, μια λίμνη ίσως, μια θάλασσα, μια κεραμιδένια σκεπή. Δεν θα 'ρθει το τέλος, μα όποια φωνή κι αν το φωνάξει, δεν θ'ακουστεί... Αθόρυβα πέφτουμε. Για πάντα.

Tuesday, February 15, 2011

Απτόητη φρίκη...


Ζωγράφιζε όμορφα, κανείς δεν μπορούσε να το αρνηθεί. Τα χρώματα άφηναν,τους πάντες άναυδους. Ο πρωτόγνωρος τόνος που είχαν αλλά και η τόσο απαλή υφή επάνω στο χαρτί. Ακόμα κι ο πιο αδαής θα μπορούσε να πει ότι δεν ήταν κραγιόνια, μπογιές, κηρομπογιές ή οτιδήποτε γνωστό και πολυχρησιμοποιημένο. Έμπειροι ζωγράφοι και άλλοι δήθεν ειδικοί είχαν χάσει τον ύπνο τους προκειμένου να λύσουν το μυστήριο χωρίς καμμία τύχη. Το στόμα της παρέμενε σφραγισμένο και οι πίνακές της πωλούνταν πριν καν "στεγνώσουν". Είχε πλέον ένα τεράστιο κοινό, ήταν διάσημη με την θετικότερη έννοια που θα μπορούσε να έχει αυτή η λέξη. Διάσημη και περιζήτητη, αφού την προσκαλούσαν σε κάθε είδους κοινωνική εκδήλωση, σχετική ή μη με το αντικείμενό της. Η ίδια δεν παρασύρθηκε από όλη αυτή τη κατάσταση. Δεν το πήρε πάνω της, δεν κολακεύτηκε ούτε στιγμή από τις αντιδράσεις των ανθρώπων γύρω της, τόσο των "άσχετων", όσο και των συνήθως αυτοαποκαλούμενων "ειδικών". Θεωρούσε πως βρισκόταν αντιμέτωπη με το κοινό ενός τσίρκου. Ένα κοινό έτοιμο να φτύσει ή να χειροκροτήσει, σε μια πολύ περίεργη ισορροπία και με απρόβλεπτες ταλαντεύσεις. Ίσως γι'αυτό είχε και το βλέμμα του γελωτοποιού, αυτό που είναι καλά κρυμμένο πίσω από την υποκριτική δεινότητα. Βλέμμα μοναξιάς μέσα στο ασφυκτικό πλήθος, βλέμμα θλίψης μέσα στο δυνατό γέλιο, θλίψης για το τι προκαλεί το γέλιο των άλλων και βλέμμα απόλυτης αδιαφορίας, κατά βάθος, για τους γύρω. Ελλείψει εκτίμησης, απώλεια ενδιαφέροντος.

Στο τέλος αποφάσισε να αποκαλύψει το μυστικό της. Οι πιέσεις ήταν ασφυκτικές, ένα πλήθος κόσμου την παρακολουθούσε σε κάθε βήμα, με αποτέλεσμα πλέον να μην μπορεί ν'απομονωθεί για λίγες ώρες, για να ζωγραφίσει στην ύπαιθρο, προκειμένου να προστατέψει το "μυστικό" της. Δεν θυμόταν πια καν τον λόγο για τον οποίο το είχε κρατήσει κρυφό. Ίσως ένας ενδόμυχος φόβος, ίσως μια επιθυμία να προκαλέσει την περιέργεια κάποιων, ίσως πολλά μαζί σε συνδυασμό με την αυταρέσκεια, κάτι το οποίο πλέον δεν υπήρχε, είχε σβήσει μαζί με άλλα χαρακτηριστικά του ψυχισμού της, χαρακτηριστικά του ανθρώπινου ψυχισμού γενικότερα. Έτσι, αφού ειδοποίησε δημοσιογράφους, συνεργάτες, φίλους και γνωστούς για την απόφασή της να μοιραστεί το περίφημο μυστικό με τον υπόλοιπο κόσμο, μάζεψε όλα της τα σύνεργα και πήγε στο προκαθορισμένο σημείο, σ'ένα από τα πιο κεντρικά μέρη της πόλης. Έβγαλε έξω τα πινέλα, ένα καρεκλάκι, έναν καμβά, ένα λείο επίπεδο αντικείμενο που της χρησίμευε σαν παλέττα και το οποίο το είχε αλείψει με ένα ειδικό διαφανές υγρό κι ένα περίεργο κουτί που είχε πολλές μικρές τρυπίτσες τριγύρω. Δεν πρόλαβε να τελειώσει τις προετοιμασίες και το πλήθος την είχε ήδη περικυκλώσει, άλλοι προσπαθώντας να δουν, άλλοι να καταγράψουν την διαδικασία στο κινητό, την ερασιτεχνική ή επαγγελματική τους κάμερα. Εκείνη κοίταξε για ώρα κάποιον από το πλήθος κι έπειτα έβαλε το χέρι της με προσοχή μέσα στο κουτί, από μια ειδική στρογγυλή πορτίτσα που είχε. Το έβγαλε με ιδιαίτερα αργές κινήσεις και με την χούφτα κλειστή, το πλησίασε κοντά στη παλέττα και προσεκτικά άνοιξε τον αντίχειρα και δύο από τα δάχτυλα, κρατώντας απαλά με τις άκρες των άλλων δύο το περίφημο μυστικό "υλικό". Τα μάτια όλων καρφώθηκαν στο χέρι της προσπαθώντας να διακρίνουν το τι ακριβώς κρατούσε, μάταια όμως. Μπόρεσαν να καταλάβουν μόνο όταν με κινήσεις ταχυδακτυλουργού εναπόθεσε το "υλικό" στην παλέττα. Αναφώνησαν με φρίκη, χωρίς να πιστεύουν στα μάτια τους, θεωρώντας πως επρόκειτο για φάρσα. Εκείνη συνέχισε να βάζει το χέρι της στο κουτί και να επαναλαμβάνει την διαδικασία μέχρι που γέμισε την επιφάνεια της παλέττας με όλα τα χρώματα που ήθελε να χρησιμοποιήσει. Η παλέττα είχε καλυφθεί από πεταλούδες που σπάραζαν, προσπαθώντας να ξεκολήσουν τα φτερά τους από το ειδικό αυτό υγρό στο οποίο και τις είχε τοποθετήσει. Ήδη κάποιοι ευαισθητοποιημένοι γονείς μάζευαν τα μικρά τους για να τα γλιτώσουν από το φρικιαστικό θέαμα, ενώ κάποιοι άλλοι έκλειναν τα μάτια τους αλλά παρέμεναν εκεί προκειμένου να παρακολουθήσουν την όλη διαδικασία. Οι πιο ψύχραιμοι μάλιστα πιθανότατα αμφέβαλλαν ακόμη για το τελικό αποτέλεσμα. Εκείνη κυνικά διάλεξε ένα πινέλο και βουτώντας το στα φτερά πεταλούδας, διαφορετικής κάθε φορά που το έκρινε απαραίτητο, ολοκλήρωσε ένα από τα πιο καλοεκτελεσμένα της έργα, το πορτραίτο του ανθρώπου που παρατηρούσε σχολαστικά λίγη ώρα πριν. Κατά την διάρκεια της ζωγραφικής άκουσε δεκάδες υβριστικά και προσβλητικά σχόλια, ένιωσε πλήθος απλώς να αποχωρεί μουρμουρώντας σε σαφώς δυσαρεστημένο τόνο, ενώ στο τέλος, πριν καν προλάβει το αριστούργημα να "στεγνώσει" ένα μέρος του πλήθους κινήθηκε προς το μέρος της με ιδιαίτερα απειλητικές διαθέσεις, πιθανότατα για να την λιντσάρει. Οι πιο ψύχραιμοι τους συγκράτησαν όμως κι έτσι αρκέστηκαν στο να της κλωτσήσουν τα σύνεργα, να φτύσουν και να ποδοπατήσουν το έργο της. Διέλυσαν ακόμα και το κουτί, αφού πρώτα το άνοιξαν για να ελευθερωθούν οι υπόλοιπες πεταλούδες.

Εκείνη δεν αντέδρασε σε τίποτε από όλα αυτά. Όταν τελείωσε τη ζωγραφιά απλά έκλεισε τα μάτια και περίμενε καρτερικά την όλη κορύφωση της δυσαρέσκειας, την οποία την είχε προβλέψει θα έλεγε κανείς με μαθηματική ακρίβεια. Μόνο όταν όλα τελείωσαν άνοιξε τα μάτια, κοίταξε όσους την έβλεπαν με αηδία, είπε ειρωνικά "Καλή όρεξη" και χωρίς να πάρει τίποτε από όσα είχε φέρει μαζί της, σηκώθηκε και πήρε τον δρόμο της επιστροφής. Η αλήθεια είναι πως αν και τόσο απλές οι δύο αυτές λέξεις, ποτέ δεν έγιναν αντιληπτές από το κοινό που έχασε από κοντά της δια παντός. Όλοι αρκέστηκαν στο να πετάξουν ή καταστρέψουν κάθε της πίνακα που είχαν αποκτήσει, θυμωμένοι με το γεγονός ότι το "τέρας" ακόμη ανέπνεε, απολαμβάνοντας παρόλα αυτά το φαγητό τους και διάφορα άλλα πράγματα, ενδύματα, υποδήματα, διακοσμητικά αντικείμενα κάθε μέρα που περνούσε...

Tuesday, February 1, 2011

Και πάλι μα αλλιώς

Θαλάσσιες ματιές
κρυφές
πόσα πια κρυμμένα
νοήματα
σαν ένα κύμα στα τόσα
κύματα
που χάθηκε
απ' το βλέμμα
κάπου στο βάθος
να διαλύεται στιγμές
που κανείς δεν ξέρει

Κι η ανάμνηση ξέρεις
κάποτε σβήνει
ήδη όμως ας έχω γίνει
πριν καν να σβήσω

γιατί όλα ευκολότερα,
έτσι
και γλυκύτερα
οικτρώς

Ακανθώδης η ευτυχία της σύνεσης. Η γαλήνη... κοφτερή στο λαμπύρισμα της άγνοιας. Σα ξυράφι στα δάχτυλα βρέφους... κι όλων μα όλων μας, κορυφαία των στιγμών...

η τελευταία ανάσα

σε ένα Όλον

άοσμο

Tuesday, September 28, 2010

Αντενδείξεις


Αναζητούμε
το δέρμα της γαλήνης
το δίχως ζάρες
από ζαριές κακές
και δίχως μάτια
που θα παρακαλούν
να μείνεις,
μάτια που
με το χρώμα
του ψυχρού,
ότι κι αν κοιτάζουν,
θα το βλέπουν αλλού...

Ακόμη σκέφτονται οι λέξεις σου,
πριν βγουν,
τον εαυτό σου...
τον πλάθουν στα μέτρα μου
και μ'ανασταίνουν,
τρεις μέρες μετά να σταυρωθώ...
κι όλοι σωπαίνουν...
λίγο ακόμα αν κρατήσει...
λίγο ακόμα...
δεν θα υπάρχει κανείς
να μας βουλώνει το στόμα
Θα μένει συνέχεια κλειστό
στη διάρκεια μιας Υπομονής
που θα θεωρείται αρετή
και δια παντός της μόδας.

Κι αν τύχει τότε και τ'ανοίξεις...
στο "γιατρικό" τους πάνω
θα 'χεις τον τίτλο "Αντενδείξεις"..

Thursday, August 26, 2010

Μασκιές

Εκεί πίσω νοσταλγία ψευδαισθήσεων.. δηλαδή αναπολώ αυτό που δεν θυμάμαι ακριβώς...
Το ξέρω, χαμογελώ γι'αυτό... κι ευχαριστώ που είναι έτσι.

Σταματά λοιπόν κανείς τις προσευχές, όταν μέσα του σβήνει κάθε δέος.
Κι ας αναρωτιέται, ξέρει πως κάθε απάντηση θα είναι άνευ σημασίας.
Παραιτείται κάποτε τελικά και κρεμιέται νεκρός στα τεντωμένα νήματα.

Ένα ακόμη άψυχο κορμί -ανάμεσα- στις έμψυχες μαριονέτες.



Όταν λείπει το φως
αλαφιασμένη η σκιά
χαροπαλεύει
σ'αγκαλιάζει σφιχτά
γιατί υπάρχεις ακόμα
κι εσύ σα Νάρκισσος
θαρρείς σε λατρεύει...
έπειτα βλέπεις τριγύρω
κι άλλη σκιά,
έπειτα κι άλλη
κι άλλη κι άλλη κι άλλη
τουλάχιστον από μια σκιά
να έχουν στο φως
οι φίλοι, οι γνωστοί
μα κι όλοι οι άλλοι
να τους αγκαλιάζουν
σφιχτά
σε κάθε τους βήμα
κι αυτές ν'ακολουθούνε
κι όλοι ν'ανάβουν
κι άλλα φώτα στο φως
ώστε κι άλλες σκιές
να γεννηθούνε

Πόσα φώτα τελικά
πόσες σκιές
και πόσες μάσκες
πιο αληθινές
από τα πρόσωπα
που ξεχάσαν
τι φορούνε...

Έσβησα εμένα
αργά προσεκτικά
με όσα φώτα πια
και να 'ρθούνε
σκιά δε θα γεννήσουν
από μένα καμμιά
άλλο σώμα ας
ψάξουν να βρούνε

Thursday, August 12, 2010

Παρά...νόηση.

Στο Όλο της Απόλυτης ανίας
ίσως υπήρξαμε θεοί που καταστρέψαν εαυτόν
γιατί παν μέτρον κι ορισμός,
πάσα αντίληψη, αίσθημα και αριθμός,
είναι δημιούργημα αγνοίας.

Τις Φωνές μας λοιπόν ας αφήνουμε τώρα στη σκιά, στο σκοτάδι, στον αέρα, στη βροχή, τώρα που δεν γνωρίζουμε, τώρα που μπορούμε ακόμη και να μετρούμε τον χρόνο κι όλη αυτή την υποταγμένη σιωπή μας ας την αφιερώσουμε στο άγνωστο, στην άγνοια, ως υπέρτατο φόρο τιμής

Ότι αφαιρείται, προστίθεται αλλού...
δηλαδή κινείται, μετατίθεται...
ούτε μηδέν ούτε αρνητικό
αποτέλεσμα υφίσταται
κι αριθμός πραγματικός
μονάχα η Υποτιθέμενη Μονάδα
και πάντα ως συμβιβασμός
διότι κι αυτή αποτελεί
Σύνολο ανόμοιων στοιχείων,
όπως κι οτιδήποτε δεχόμαστε
ως μεγαλύτερο αυτής
τη Γενίκευση δεχόμενοι,
την εξ'ορισμού υπό όρους ορθή
κι οτιδήποτε θεωρούμε μικρότερο αυτής,
δεν είναι ποτέ η διαίρεση της
μα στην ουσία διαχωρισμός
των Υποτιθέμενων Μονάδων
που την αποτελούσαν.

Τίποτε δεν προστίθεται, αφαιρείται,
πολλαπλασιάζεται ή και διαιρείται
Πραγματικά
γιατί τίποτε το Απόλυτα Όμοιο.


(Ύλη και Κίνηση)

Tuesday, May 25, 2010

Θυμωμένος καπνός

Έτσι παραμέρισα

με παρέα τη μοναξιά,
με συνειρμούς ασυναρτησίας,
είμ' η λογική πίσω από κάθε παράνοια,
για να δίνω το παρόν της απουσίας,
τρεκλίζοντας στα γερά τους στοιχήματα,
στηρίζοντας θεμέλια ανισόρροπα,
είμαι η γιορτή των δακρύων στη βροχή της ηλιοφάνειας,
ένας ακόμη ανόητος κόσμος στα μάτια της ανυπαρξίας,
το show business πίσω από κάθε χαμόγελο αφάνειας
κι η σβησμένη τιμή της κάθε αξίας.

Πιο καλά με ορίζουν όσα δεν είπα ποτέ,
αν και δεν μίλησα λίγο,
μένω για όσο μπορώ να με κρύβω
κι έπειτα σίγουρα θα φύγω
σα θυμωμένος καπνός
μιας φωτιάς που δεν άναψε ποτέ

καπνός που δεν γύρεψε να βρει γιατί υπάρχει.

Friday, May 7, 2010

Κύκλοι στο πάτωμα

Ο κύκλος στο πάτωμα
έντονα χαραγμένος
στο μυαλό μας
κι είμαστε μέσα του
είναι μέσα μας
ένας στενός κλοιός
αδυσώπητος
νοητός
για να μην κινείται κανείς
για κανέναν τίποτε να μην κινείται
για να μην φτάνει κανείς τα άκρα
ένας κύκλος τέλειος
για να μην τα βρίσκει...

Ένας κύκλος στο πάτωμα
να προστατεύει
τον κόσμο από σένα
ή εσένα απ'αυτόν
αποτέλεσμα αμφίδρομο
ή αμφίβολο
σχεδιασμένος από όλα
για σένα, για μένα
ένας κύκλος στενός
για τον καθένα
για να κοιτάμε από μέσα του
πίσω από δήθεν όρια
και να μην ακούμε τίποτε
να μην ακουγόμαστε
καν μεταξύ μας
πίσω από ανύπαρκτο
διπλό μονωτικό γυαλί

Το κενό ανάμεσά μας
σβήνει το φως, τις εικόνες,
τις λέξεις, τον χρόνο,
τις κινήσεις, τις φωνές,
κάθε ήχο
που δεν θα σήμαινε
τίποτε παραπάνω
τίποτε λιγότερο
από αυτό που πραγματικά
ποτέ δεν ήταν...

Monday, April 19, 2010

Ανίατος ανία

Αγαπητό μου ανύπαρκτο ημερολόγιο, τίποτε δεν άφησες πίσω για να διαβάζω. Μόνο λίγες σκόρπιες στιγμές, όσες θυμάμαι... τις βουτηγμένες στο αλάτι. Κι είμαι γεμάτος πληγές, δεν μπορώ να τις σηκώσω, τις αφήνω πίσω εκεί στο φως και προχωρώ στ'απόλυτο σκοτάδι. Ένα πια μαζί του. Πέρασε καιρός. Τόσο άλλαξα, τόσες φορές κι όμως όλα έμειναν ίδια... χρόνος κλειδωμένος σε μαύρο φόντο. Όλοι μου οι εγώ... πέρασε καιρός κι ενώθηκαν σε έναν. Έτσι ελπίζω, έτσι εύχομαι κι έτσι νομίζω. Κι ας μη γνωρίζω ποιός τελικά απέμεινε από τους εννιά. Οι σελίδες γυρίζουν μόνες τους κι είναι τόσο ίδιες, τόσο λευκές ή τόσο γεμάτες από λευκό περιεχόμενο. Αστεία, σοβαρά, γέλια και δάκρυα, φωνές, ψίθυροι, χασμουρητά, περίπατοι, συζητήσεις, γεγονότα, θάνατοι, καταστάσεις... αιτίες κι αιτιατά... Σκοτώνω τις στιγμές μου πριν πεθάνουν μόνες τους από ανία ή πριν με σκοτώσουν εκείνες... από ανία... πάντα από ανία.

Wednesday, April 14, 2010

Ατελής

Δεν βουλιάζω
μα ο βυθός μου
ανεβαίνει στην επιφάνεια
για έναν ήλιο
γεμάτο δαχτυλιές
με πινελιές
που ζωγραφίζουν κίνηση
πίνακας σε πλήρη αδράνεια
κι όλα κύκλος
όλα σχήμα λόγου
γιατί τίποτε τέλειο
Ρεμβάζω όπως πάντα
τις υποτείνουσες
το Άπειρο
το τίποτε
το έρεβος
το λογικό
το ημίφως
το Σούρουπο
κι αΦΕΛΗς αποκοιμίζω το λίγο μου
κρατώντας τα βλέφαρα ως είχαν
κλειστά
και το βλέμμα κλειδωμένο
σ'ότι νομίζω αντικρύζω
σ'ότι επέρχεται
να ποθώ...

Το τέλος της αμφιβολίας

Μένω στο πλάι
για ν'αποφεύγω
κι έπαψαν οι κόρες
να διαστέλλονται
 
μπροστά κενό
κι οι κτητικές λέξεις
μέσα χαμένες
άγευστες πια

Λιώνω αργά
όντας κάτι από τα πάντα
κι ύστερα δήθεν τίποτε
όπως πρώτα

ή και άξαφνα διαλύομαι
όπως η αμφιβολία
όταν συνειδητοποιούμε
ότι τίποτε
δεν είναι σίγουρο

ναι έτσι διαλύομαι
επιτέλους ασύμμετρα
από σχηματισμούς
ψευδαισθήσεων

Εγώ, Εκεί... δεν είμαι πια Εδώ.

Έλα στο φως
μου έλειψ' η σκιά σου
τ'αφηρημένο
άπιαστο
και σκοτεινό Εσύ σου
πίσω απ'τις αποχρώσεις
των άχρωμων για σε
χρωματισμών
Έλα σα την αλήθεια
την αδιάφορη
στο τέλος των ψεμμάτων
ορισμών και νοημάτων
που άρεσαν τόσο...
Έλα λοιπόν στο φως
τώρα που ξεγλιστρώ
από τα δάχτυλά μου
και ξεχύνομαι
σ' άλλη όχθη ρευστός
αντίθετα στο ρεύμα
όντας ενός Θωμά πιστός
και Θεός της σκιάς μου
όταν λυγίζει
γιατί εγώ... 
δεν είμαι πια εδώ
γιατί εκεί... 
δεν είμαι πια εγώ

Η Εικόνα

Απώλεια μιας μορφής και μόνο. Το τέλος της συνήθειας. Δεν ξέρω τι αντιλαμβάνομαι,
ή και γιατί αντιλαμβάνομαι. Η αντίληψη κατάρα, Προμηθέα φωτιά, ικανή να θρέψει, ικανή να καταστρέψει. Ποιός αλήθεια είναι ικανός να διδάξει το μέτρο, να την εμποδίσει να σ'αγγίξει, να σε σταματήσει, όταν ποθώντας να σκεφτείς απ'όσο πρέπει παραπάνω, ξαγρυπνάς και πνίγεσαι στο κενό που άφησε το απροσδιόριστο κομμάτι ενός μη γνώριμου κόσμου.
Θα ξυπνήσεις, αν τυχόν κουρασμένος αποκοιμηθείς, μ'όλη την ασχήμια στο πλάι σου, θα την χαζεύεις
με ύφος απερίγραπτο, καθώς αργά και σταθερά θα ξεπουλά στο τίποτε τα κομμάτια σου κι έπειτα, όπως πάντα, θα ετοιμάσεις το είδωλο στον καθρέφτη και θα τ'αφήσεις να πάρει το δρόμο του, όπως κάθε πρωί για τη δουλειά, χαμογελαστό, σα διαφήμιση ενός προϊόντος... που πια δεν υπάρχει.
Ξεχωρίζω στα χρώματα την καινούρια σκουριά, η φυγή μια γέφυρα, για να υπάρχει κάτι να επιστρέψεις κι η ψυχή χυτήριο... από όπου λέξεις ρέουν καυτές κι έπειτα ψυχραίνουν σχηματίζοντας τη μορφή μιας πρότασης, καταδικασμένης ν'αποσιωπεί το κάθε διαφορετικό νόημα, ψελίζοντας το μοναδικό της.

Βαρέθηκα τα σχήματα χωρίς σχηματισμό, μετρώ σταγόνες ν'αποκοιμηθώ, γιατί δεν έχει σημασία
πόσες είναι και τι πνίγουν...
Στη λήθη...
αναπνέεις...
ελεύθερα...

Στο τζάμι μου

Οι ιδεες εγιναν καπνος
μαυριζοντας τα προσωπα...
τα δαχτυλα...
οσων τις αγγίζαν

Σε σιδερενιες σφαιρες
διαβαζω το μελλον
συμπαγες βαρυ φονικο
θεωρω ενδιαφερον
το οτι μ'αφηνει αδιαφορο
καθως σιγοκαιγομαι
στο τζακι του παραλογισμου
ησυχα
παρεα με παλιες εικονες
πισω απο γυαλι διπλο
μισου αιωνα σιωπη
και νοηματικη
σε ματια πιτσιρικαδων

Στο φως εκαψαν οι Ερινυες
τα φτερα τους
κουτσες καταφτανουν
στα γηρατεια μας πια
με μια πιστη ως υστατη λυση
με χουφτες κερια σβησμενα
με τρεις σκιες ενα φως λευκο
κι απολυτο σκοταδι
να τυλιγει τον καθενα

Γεννηθηκα αναμεσα
στη μερα και τη νυχτα
σιγουρος πια ειμαι
πως ζω ακομη εκει
μεγαλωνω μικραινω
εκλειπω
κι οι λεξεις...
οι λεξεις εδω
βαρυτητα δεν εχουν
αιωρουνται στο κενο μου
στριφογυρνουν
χτυπουν το τζαμι μου

για να χτισουνε αυτο
που ποτε δεν υπηρξε

"Ασυναρτησίες"

Ποτάμι στη κόλαση / χαράζει / ειν'αστείο / δεν ακούγομαι στο φως / μα δικαιούμαι να κλείνω τα μάτια / μια εικασία τα πάντα / στο φέρετρο / η αλήθεια να πονάς / μην πιστεύεις τίποτε / γεννήθηκε ο θόρυβος...  φωνάζουν... μιλάνε... φωνάζουν... κραυγάζουν... σιωπούν / παρέα μ' ερινύες καλείς ονόματα άγνωστα / αναμνήσεις / δεν μπορώ να πιστέψω / απουσία / έμεινα πίσω στα συνθήματα / ζωγραφιές κι εφιάλτες σε κοινή θέα / όνειρα σπασμένα κι ας φεγγοβολούν... μ'αφήνουν αδιάφορο / σβήνω
 

Ακόμα καλύτερα... δεν ξέρω... κοινωνούν αστραπές... βράζει το βλέμμα... τι να πω... τη νύχτα είναι καλύτερα... δεν κοιτάζεις τίποτε... μάλλον δεν βλέπεις τίποτε... πεθαίνει ο συλλογισμός κι οι λέξεις λίγες... μα δεν είναι καλά... καλύτερα είναι να μιλάς χωρίς σταματημό όπως ακριβώς όταν σκέφτεσαι και τα θέματα να τρέχουνε μόνα τους να προσπαθείς να υπνοβατείς σ'ένα κόσμο που ζει πλάι σου και δεν τον βλέπεις ή τον αγνοείς

Monday, March 29, 2010

Ζάχαρη και στάχτη

Ζάχαρη και στάχτη
όταν κυλάς σε δρόμο
που δεν είναι δικός σου
αντί για τον γνώριμο ίσιο
κι αδιέξοδο

όταν στα δάχτυλά σου
παίζουν τ'αρώματα
από ότι έχεις αγγίξει
έχοντας αφήσει σε άνθη
λίγη απ'τη σκόνη σου

όταν οι κρότοι
της άμμου που πέφτει
δεν είναι το θέμα σου
και δεν έχουν κάτω δεξιά
την υπογραφή σου

Ζάχαρη και στάχτη
γιατί σ'αυτόν το κόσμο
που καίγεται
και λιώνει στα μάτια σου
εύκολα παντού
βυθίζεται το βλέμμα
και πνίγεται
γλυκά...
κι απαλά

Thursday, March 18, 2010

Κομμάτια στο φως...

Λίγες ώρες πριν, όσο τα πάντα τύλιγε ακόμη το σκοτάδι, μια άυπνη μορφή άνοιγε την πόρτα ενός χαμόσπιτου, σφίγγοντας στην αγκαλιά πλατιές σανίδες και στις χούφτες σκουριασμένα καρφιά. Σε κάποιο σημείο βολικό του κήπου, τις πέταξε με θόρυβο κάτω, έβαλε τα καρφιά στις τσέπες, μάζεψε μερικές σανίδες κι άρχισε να τις καρφώνει στα πατζούρια βιαστικά. Πριν ο ήλιος βγει, η δουλειά είχε τελειώσει, όλα είχαν σφραγιστεί κι η μορφή κοιμόταν ήδη, με μάτια, όπως πάντα, ανοιχτά. Εκείνο μόνο το ξημέρωμα, η σκόνη δε χόρεψε στις λιγοστές ακτίνες, που μέχρι τότε γλιστρούσαν απ'τις γρίλιες, το φως δεν χάιδεψε τα μάγουλα ζεστά, δεν πλήγωσε τα μάτια. Στο σκοτάδι, όπως τα πάντα, το σπίτι ήταν ακόμη ενωμένο, σ'έναν κόσμο που στο φως χωριζόταν... σε μάλλον άπειρα κομμάτια.

Wednesday, March 17, 2010

Μηνύματα...

Όχι, μη, δεν. 
Δήθεν νόμοι, όρια, κανόνες, δεσμεύσεις. Η ρευστότητα της Ηθικής, το παχύρευστο της λογικής, η εποχιακή αδιαλλαξία. Με δυό ρήματα φαντάζεις ον ενός άλλου γαλαξία - δεν ξέρω, δεν με νοιάζει. Όλα σε ροή κι εμείς παγώνουμε τις εικόνες για να θαυμάσουμε τον ακίνητο βράχο. Τον ίδιο που στο μέλλον κάποιοι θα θαυμάζουν την λευκή του άμμο. Την ίδια που κάποτε θα γίνει σκόνη αρκετά μικρή ωστέ να μεταφερθεί στο σπίτι μιας απαρηγόρητης νοικοκυράς. Ακούω από τώρα τις λέξεις μέσα απ'τα δόντια της "κακό που με βρήκε, όλη μέρα ξεσκονίζω".

Ένας τουρίστας σαν όλους είμαι κι εγώ, που πετάει τις λέξεις του, σκουπίδια για την άμμο και τη θάλασσα. Δεν έχει μήνυμα το μπουκάλι μου, για όνομα, όχι κάθε μου μπουκάλι. Κι αν κάποιος του βρει αξία; - τα πάντα έχουν αξία όταν βρεθεί κάποιος να την δώσει. "Κοίτα την ετικέττα, λείπει από τη συλλογή μου", "Το εργοστασιακό λάθος στην ονομασία το κάνει σπάνιο", "Η φόρμα που έχει ο λαιμός του, το κάνει μοναδικό", "Η παλαιότητά του το κάνει πολύτιμο", "Ο φελός του ήταν ο τελευταίος που φτιάχτηκε με το χέρι". Τώρα, είναι η εποχή του μηνύματος. E-mails, SMS, MMS, Forum, IRC, Blogs, Messengers, UPS, ACS άντε και ΕΛΤΑ. 
Διαφημιστικά μηνύματα, ενοχλητικά μηνύματα, μηνύματα ειρήνης, αγάπης, έρωτα, μηνύματα SOS απ'όλο τον κόσμο. Η επικοινωνία λοιπόν "χτυπά", στα χτυπήματά της η κοινωνία διαλύεται κι εμείς χαζεύουμε τα κομμάτια της να σκορπίζουνε σε slow motion, με το remote control της πανέμορφης ψηφιακής TV μας, κάνοντας zoom στα παπούτσια του αγαπημένου μας τηλεοπτικού αστέρα, για να δούμε την μάρκα τους. Κάποτε έβρισκες έναν φάκελο στη πόρτα σου και καρδιοχτυπούσες από χαρά και περιέργεια. Τώρα σου βροντάνε την πόρτα για να μαζέψεις επιτέλους τους σαράντα φακέλους που εδώ και μέρες βαριέσαι να σηκώσεις. 
Υπερβάλλω λέτε... Μπα. Έχω για παράδειγμα 460 νέα e-mail απόψε, ενώ συνολικά γύρω στα 4700 αδιάβαστα. Λίγα χρόνια πριν τα διάβαζα ολόκληρα... έπειτα μόνο τους τίτλους... κι έπειτα βαρέθηκα τελείως. Και δεν είμαι ο μόνος. 

Δεν ξέρω, δεν με νοιάζει... όταν με νοιάζει ξέρω κι όταν ξέρω με νοιάζει. Δεν θα μπω σ'αυτή τη λούπα όμως. Η αξία του μηνύματος χάνεται, όπως χάνονται τα πάντα όταν τα συναντάς κάθε μέρα, όλη μέρα. Όσο περισσότερη ώρα είναι κάτι μπροστά σου, τόσο λιγότερο το βλέπεις, τόσο λιγότερο σε νοιάζει, τόσο λιγότερη αξία του δίνεις. Ναι ξέρω, παραλογίζομαι όταν λέω ότι θα έσβηνα πέντε χιλιάδες μηνύματα προκειμένου να διαβάσω κάποια στιγμή ένα και να του δώσω αξία. Από την άλλη, τουλάχιστον έτσι θα δώσω αξία έστω σε ένα...

Όχι, μη, δεν. Δήθεν. Μόλις μόλυνα ξανά μια ξένη παραλία. 
Δεν έχει μήνυμα το μπουκάλι μου, για όνομα, όχι κάθε μου μπουκάλι. 
Ένας τουρίστας είμαι κι εγώ, που αφαιρείται προσθέτοντας λέξεις στην αμμουδιά των λέξεων, στη θάλασσα των μηνυμάτων. Μηνυμάτων που έχουν αξία μόνο όταν κάποιος βρεθεί να τους την δώσει.

Ο άνθρωπος που δεν πάτησε στη Σελήνη...

 Απόμακρος:
Δεν πιστεύω γενικότερα ότι "είμαι ενημερωμένος" για κανένα θέμα. Για κανένα τουλάχιστον που ο ίδιος να μην παρακολουθώ βήμα προς βήμα. Δεν πιστεύω την TV. Ούτε τις ειδήσεις, τα ντοκυμαντέρ, τις συνεντεύξεις, τα live show. Είμαι καχύποπτος και μάλιστα παρανοϊκά καχύποπτος. Το "είμαι ενήμερος" λοιπόν θα ήταν ενάντια στη "φύση" μου. Από κει και πέρα βλέπω γεγονότα και τα "ακούω". Δηλαδή προσπαθώ να μην βασιστώ στην όποια αίσθηση και ειδικά προσπαθώ να μην "ακούω" αυτό που ελπίζω-θέλω να ακούσω ή αυτό που φοβάμαι-τρέμω ότι θ'ακούσω.
Γεγονός είναι ότι από τότε που ο περιβόητος Αμερικάνος πάτησε τη Σελήνη και καταγράφηκε το γεγονός από τα "media" της εποχής, ουδείς άλλος ξαναπάτησε. Έχουνε γίνει κι έχουμε ακούσει άπειρες επιτυχημένες εκτοξεύσεις από τότε. Και παρόλο που σε αρκετές υπήρξε ανθρώπινο δυναμικό ως πλήρωμα, δεν υπήρξε ούτε πρόθεση να πατήσει κάποιος τη Σελήνη, ούτε κάποιο "media" που να το πιστοποιεί. Αν αυτό δεν είναι αρκετό για να σε κάνει καχύποπτο, θα σου πω το επιχείρημα των "συνομωσιολόγων" ή ίσως "αντισυνομωσιολόγων" γιατί ουσιαστικά πρέπει να αφήσουμε παν ενδεχόμενο ως πιθανό. Με πολύ απλά λόγια, οι "δυσπιστοι" αυτοί άνθρωποι, πέρα από την ανάλυση που κάνουνε σε κάθε Photo και Video της ΝΑΣΑ (ανάλυση που αποδεικνύει περίτρανα, κατά τα λεγόμενά τους, ότι το ποδαράκι του ανθρώπου δεν πάτησε στη Σελήνη), εξηγούν για ποιό λόγο δεν ήταν εφικτό από τότε μέχρι και σήμερα να ΒΓΕΙ άνθρωπος έξω από το σκάφος που προσεδαφίστηκε εκεί. Και ο λόγος ήταν απλός. Η στολή δεν ήταν αρκετή (ειδικά, αν δεν κάνω λάθος, το σκάφανδρο) να προστατέψει τον ανθρώπινο οργανισμό από επιβλαβείς διαστημικές ακτινοβολίες. Δεν μιλάμε για καρκίνο μετά από 4-5 μήνες ή χρόνια. Μιλάμε για τη δεδομένη στιγμή. Για άμεσο θάνατο.
Εγώ ακούω τους μεν, ακούω και τους δε. Ακούω και τις φανταστικές αλλά και πληκτικές ιστορίες περί αποικιών στη Σελήνη, στο Κέντρο της Γης, στον Άρη κι όπου αλλού ονειρεύτηκε ο καθένας. Ακούω για "προκαθορισμένες ομάδες επίλεκτων" που θα επιβιώσουν μετά την καταστροφή της ανθρωπότητας ή του πλανήτη και μάλλον χαμογελάω, όταν δεν βαράω το κεφάλι μου στον τοίχο. Βιβλία όπως αυτά που ισχυρίζονται κάτι από τα παραπάνω δεν ξέρω τι σκοπούς εξυπηρετούν κι από ποιούς υποστηρίζονται οικονομικά. Δεν ξέρω αν γράφτηκαν για να κάνουν απλώς πάταγο, ή για να δημιουργήσουν αμφιβολίες και συζητήσεις, ή για να προκαλέσουν επίτηδες "αντιδράσεις" και "σπασμωδικές κινήσεις". Και δεν θέλω να μάθω. Αν θελήσω να διαβάσω μύθους θα διαβάσω αρχαίους Ελληνικούς ή Νορβηγικούς, που έχουν ενδιαφέρον, κάποιο νόημα και κάποια δόση αλήθειας και δεν τους θεωρώ εν τέλει υστερόβουλους.
Επιμένω σε αυτό που έγραψα κάποτε στο "Βήμα του Αναγνώστη" στην Λογοτεχνική Πύλη του Λέξημα: "Η λογοτεχνία, της οποίας οι λέξεις είναι το μέσον, το εργαλείο, μπορεί να δημιουργήσει τόσο φτερά όσο και κάγκελα. Μπορεί ν' αφήσει ίχνη λευκά και φωτεινά στ' απέραντο σκοτάδι ή ολοένα και περισσότερους - δυνατότερους κρίκους αλυσίδων στο ψευδοφώς της ελλιπούσας γνώσης".
Φυσικά αναφέρομαι σε λογοτεχνήματα βασισμένα σε οικονομικά-πολιτικά συμφέροντα αλλά και σε συμφέροντα γενικότερα κάθε είδους. Λογοτεχνήματα που είναι μεν λυπηρό... αλλά και αναπόφευκτο να υπάρχουν.
 
------- 
Σ.
Το ερωτημα ειναι αν κατι εκδιδεται διχως να υπαρχει αυτο το υποβαθρο συμφεροντων. ακομη και οι μυθοι που διαβαζεις για να φτασουν σε σενα η εκδοση τους εξυπηρετει ενα σκοπο. δεν μπαινω λοιπον στην λογικη των συνωμοσιων διοτι ουτως η αλλως ακομη και για την πιο κολοκαγαθη πραξη υφισταται με ενα τροπο. αυτο που ηθελα να τονισω ειναι αλλο πως απο την μια το προβλημα του υπερπληθυσμου της γης με στοιχεια αλλα και με γυμνο ματι ειναι οχι απλως ορατο αλλα εξοφθαλμο. η αδυναμια σιτισης αλλα και επιβιωσης αυτου του πλυθησμου ειναι τεραστιο. ενα μονο ερωτημα θα σου θεσω: προς τι αυτη η εμμονη με το διαστημα;
δεν διαφωνω με τα στοιχεια που μου παρουσιαζεις ειναι λογικοφανη απλα αναρωτιεμαι τα παγκοσμια προβληματα πως θα αντιμετωπιστουν.
 
-------
Απόμακρος:
 Θα ήταν χαζό ν'αμφιβάλλω για την επεκτατική ανθρώπινη πρόθεση αλλά και πολιτική απέναντι στο διάστημα. Οι αντιρρήσεις μου αφορούν μόνο το κατά πόσο έχει επιτευχθεί. Κατά πόσο πραγματοποιήθηκαν "γεγονότα" που εμφανίστηκαν ως πραγματοποιημένα. Από κει και πέρα, εφόσον η τεχνολογία προχωρήσει, σαφώς και θα υπάρξει αποίκηση. Ίσως όμως μας χωρίζουν δεκάδες χρόνια απ'αυτό. Σχετικά με το 2100μ.Χ, αν κατορθώσει η ανθρωπότητα να υπάρχει ως τότε (γιατί θα πρόκειται για κατόρθωμα), νομίζω ότι ο πληθυσμός της Γης θα είναι το μικρότερο πρόβλημα. Πιστεύω ότι μέσα στην ερχόμενη εικοσαετία, οι γεννήσεις θα μπουν κάτω από αυστηρό έλεγχο. Είμαι σίγουρος ότι για μια ακόμη φορά δήθεν "καλοπροαίρετα", στην "τρομοκρατία" θα ενσωματωθεί η ανεξέλεγκτη τεκνοποίηση. Καινούριοι νόμοι θα ψηφιστούν από "Δυνατούς" και "Ενωμένους", παλιοί νόμοι θα πάψουν να ισχύουν... κτλ κτλ... Κι όλοι θα δοξάζουμε την κατά τ' άλλα ελευθερία μας... όπως πλέον με τις ταυτότητες, τις κάρτες, τα διαβατήρια, τις βίζες, τα ληξιαρχεία, την εφορία... το οτιδήποτε ελέγχει κάθε σου βήμα γνέφοντας και ψιθυρίζοντας "ναι... μπορείς" ή "όχι δεν μπορείς". 
Δεν λέω ότι όλα αυτά είναι για κακό... ίσως να είναι όμως "αναγκαίο κακό".
 
Όσον αφορά το ερώτημα "αν κάτι εκδίδεται χωρίς υπόβαθρο συμφερόντων" και οτιδήποτε σχετικό, η απάντησή μου είναι έτοιμη από το ίδιο αρθράκι πριν πολλούς μήνες στο Βήμα του Αναγνώστη.
Λέω λοιπόν:
"Πέρα απ' όλα αυτά, δεν πιστεύω πως έχει σημασία ο σκοπός ή το ποιόν ενός δημιουργού, για το αν ένα λογοτέχνημα θ' απελευθερώσει ή θα περιορίσει τους συνανθρώπους του, αν κι εφόσον βέβαια το ποιόν και ο σκοπός του δεν επεμβαίνουν, παρεμβαίνουν, κατευθύνουν και περιορίζουν γενικά με τον οποιοδήποτε τρόπο το ίδιο το δημιούργημα, καθιστώντας το έτσι αρνητικό ή άχρηστο για τους αποδέκτες του, τους αναγνώστες ".
Ειδικά το "καθιστώντας το έτσι..." είναι ο μεγάλος όρος που βάζω, γιατί υπάρχουν και φορές που όλα αυτά ισχύουν αλλά ο αναγνώστης είναι αρκετά ώριμος για να "χάσει" από κάτι τέτοιο. Και "ώριμος" δεν εννοώ σε ηλικία.
 
------------
 
Σ.
Απομακρε τι εννοεις με αυτη την φραση"αν κι εφόσον βέβαια το ποιόν και ο σκοπός του δεν επεμβαίνουν, παρεμβαίνουν, κατευθύνουν και περιορίζουν γενικά με τον οποιοδήποτε τρόπο το ίδιο το δημιούργημα, καθιστώντας το έτσι αρνητικό ή άχρηστο για τους αποδέκτες του, τους αναγνώστες ".
ποιος θα ορισει ολα αυτα που προαναφερεις; δηλαδη τα ρηματα επεμβαινουν, παρεμβαινουν, κατευθυνουν, ο δημιουργος; ο εκδοτης; ο χρηματοδοτης και οι διαφημιστες; οι αναγνωστες; επισης ποιος θα ορισει πως κατι ειναι αρνητικο η αχρηστο πλην των ιδιων των αποδεκτων. Ξερεις πως οταν ο χιτλερ εγραψε το εργο του " ο αγων μου" αν δεν κανω λαθος με το τιτλο ειχε πουλησει εκατομυρια αντιτυπα και οτι μετα την καταστροφη του 2ου π.π. συνεχιζει να πουλαει; Συγνωμη για ολα αυτα τα ερωτηματα ελπιζω να καταλαβαινεις πως ειναι καλοπροαιρετα και παντα προς οφελος της συζητησης.
 
------------
Απόμακρος:
Εστιάζω στο αποτέλεσμα όταν κι αν συμβαίνει κάτι τέτοιο. Το ποιός θα το ορίσει δεν το ξέρω. Συνήθως το ορίζει ο χρόνος αλλά πλέον ούτε αυτό είναι σίγουρο. Ακόμα και η ιστορία είναι της μόδας να αλλοιώνεται. Συμπέρασμα; Μάλλον κανείς, αυτό όμως δεν σημαίνει ότι δεν συμβαίνει κι ότι δεν έχει πολλές φορές τραγικά αποτελέσματα. Και μιας κι ανέφερες τον Χίτλερ, θα μπορούσαμε να γράψουμε σελίδες για τη Προπαγάνδα και τη Παραπληροφόρηση μέσα από λογοτεχνήματα. Δεν μπορώ να ξέρω ποιός είναι υπεύθυνος κάθε φορά. Δεν ήταν εκεί το θέμα μου (όταν το έγραφα). Το θέμα ήταν οτί συμβαίνει κι ότι έχει ως συνέπεια ένα είδος φυλάκισης. Φυλάκισης πνευματικής. Ο αναγνώστης οφείλει να είναι καχύποπτος, να βλέπει λίγο πιο πέρα από το ανάγνωσμα, προσπαθώντας να διακρίνει τυχόν σκόπιμες αλλοιώσεις νοημάτων, ιστοριών, οτιδήποτε. Επίσης να μην αποδέχεται αυτό που διαβάζει ως κάτι παραπάνω από αυτό που πραγματικά είναι. Δηλαδή μια έντυπη άποψη ενός συνανθρώπου του, που ίσως υπό άλλες συνθήκες να την συζητούσαν από κοντά πίνοντας καφέ και μιλώντας σε μια πιο "ανοιχτή" γλώσσα όπως "τι είπες τώρα ρε; με δουλεύεις;".
Δυστυχώς στο "έντυπο" δεν μπορείς ν'αναπτύξεις διάλογο. Εκεί ο συγγραφέας είναι πολιτικός σε μπαλκόνι, κάποιες φορές μάλιστα κάτι το "ιερό". 
Κι έχεις 3 επιλογές από τις οποίες μόνο μία θεωρώ πως είναι σωστή. 
α) Να αποδεχτείς τυφλά αυτά που λέει, 
β) να αρνηθείς τυφλά αυτά που λέει ή 
γ) να κρατήσεις απλώς επιφυλάξεις μέχρι να πεθάνεις. 
Στο γ) είσαι πιο ελεύθερος από κάθε άλλον. Δεν είσαι δέσμιος κανενός δαιμόνιου μυαλού, ούτε καν του δικού σου. Περιορίζεσαι βέβαια, αλλά ξέρεις τουλάχιστον που πατάς (δεν περπατάς βαθιά νυχτωμένος ωστέ να πατάς διάφορα...).

Υπ'άρξεως

Μακάρι να ήταν εφικτή η πλήρης αδιαφορία, αλλά τι νόημα θα είχε να ζεις έτσι;  Κι όσον αφορά τις πλέον διάσημες "χαρές της ζωής", είμαι ο μόνος που θεωρεί υπερβολικό το τίμημά τους; Ή μήπως ο μόνος που νιώθει εξαναγκασμένος να διασχίσει ένα χρονοδιάγραμμα, όντας πεταμένος σε έναν κόσμο που δεν του αρέσει;
Δεν είμαι από τους ουτοπιστές που απλώς φαντάζονται κι επιθυμούν "έναν καλύτερο κόσμο". Δεν ξέρω αν πραγματικά επιθυμώ κάτι πλέον. Ανήκω στην κατηγορία αυτών, που πιστεύουν ότι όλα θα μπορούσαν να είναι από Δημιουργίας καλύτερα, χωρίς να πιστεύουν σε Θεό. Από Δημιουργίας του Σύμπαντος λοιπόν κι όχι όσον αφορά απλώς την ανθρωπότητα, αλλά τα ίδια τα φυσικά φαινόμενα.

Πχ, δεν μου αρέσει η βαρύτητα, σιχαίνομαι την τριβή, αποποιούμαι το ένστικτο, βαριέμαι τα μέτρια καιρικά φαινόμενα, δεν μου αρέσει που η Γη έχει μόνο έναν δορυφόρο ενώ οτιδήποτε άλλο είναι απλά μια λευκή κουκίδα, αν κατορθώνει βέβαια να φαίνεται.

Μ'εκνευρίζει που ζωές πρέπει να χάνονται προκειμένου άλλες ζωές να συνεχίσουν να ζουν. Θεωρώ χαζή την διάβρωση ως συνέπεια του χρόνου, πόσο μάλλον τα γηρατειά, το ότι η μέρα έχει 24 ώρες από τις οποίες οι μισές είναι σκοτάδι (ανάλογα), το ότι η κάθε εποχή κρατάει 3 μήνες περίπου. Θεωρώ ότι είμαι φυλακισμένος αφού για να φτάσω σε ένα αστέρι επιλογής μου, τρέχοντας πάντα με την ταχύτητα του φωτός, θα χρειαζόμουνα 230 φορές τα χρόνια ζωής μου, αν υποθέσουμε ότι θα ζήσω 100 χρόνια. Θα προτιμούσα ο ήλιος να είναι στο 1/10 της απόστασης και η Γη να έχει 17 δορυφόρους. Θα ήθελα να μπορώ να αντιλαμβάνομαι τις κινήσεις με διαφορετικούς τρόπους (από το να βλέπω τα πάντα να πηγαίνουν απελπιστικά αργά μέχρι απελπιστικά γρήγορα). Θα ήθελα να υπάρχει αστέρι που να εκπέμπει σκοτάδι αντί φωτός (μη πεταχτεί κανείς να πει για Μαύρες Τρύπες, ήμαρτον).

Μπορεί να αδυνατώ να συλλάβω ακόμα και το νόημα μιας λέξης. Όπως κάθε άνθρωπος όμως, ξέρω τι θα μου φαινόταν όμορφο, μαγικό, γοητευτικό, ρομαντικό, ενδιαφέρον και τι όχι. Επίσης ξέρω ότι όλα τα παραπάνω, στην προηγούμενη παράγραφο, θα ήταν εφικτά αν από Δημιουργίας οι βασικοί "κανόνες", γνωστοί και ως "Φυσικοί Νόμοι", είτε δεν υπήρχαν, είτε διέφεραν ανάλογα. Ας μην πάμε όμως σε κάτι τόσο ακραίο. Ήδη ζούμε σε μια διάσταση που έχει μάλλον πληθώρα από τα πάντα και για όλα τα γούστα. Κι όμως τι μπορούμε να κάνουμε γι'αυτό πέρα από το να ζούμε και να κινούμαστε μέσα σε κάποια συγκεκριμένα τετραγωνικά χιλιόμετρα από τα απειράκις εκατομμύρια της υποτιθέμενης διάστασης. Κοινώς... για ποιά ελευθερία μιλάμε;

Επειδή ο άνθρωπος από μικρός αντιλήφθηκε-έμαθε τις "βασικές αρχές" όπως πχ ότι δεν μπορεί να πετάξει... Επειδή από την αρχή αποδέχτηκε ένα κάρο πράγματα ως απολύτως ανέφικτα, ουδέποτε ασχολήθηκε περαιτέρω με αυτά, τα απέρριψε κατηγορηματικά και δεν ενοχλήθηκε από τις συγκεκριμένες στερήσεις. Όπως ακριβώς θα έκανε δηλαδή ένα άγριο ζώο που από μικρό γεννήθηκε σε κλουβί... Οι φυσικοί νόμοι είναι το πιο καλοφτιαγμένο κλουβάκι του ανθρώπου. Ένα κλουβάκι αόρατο αλλά υπαρκτό. Τεράστιο για το σώμα μας, αλλά πολύ μικρό για τη φαντασία μας και τις απαιτήσεις της.
Δεν ξέρω τι με κρατά ακόμα στα όρια της περίφημης "λογικής" και δεν έχω παρανοήσει αρκετά. Ξέρω όμως ότι κάθε μέρα η δήθεν "παράνοια" κερδίζει έδαφος. Την παρακολουθώ κι ανά στιγμές την θαυμάζω περισσότερο κι από την ίδια την φαντασία γιατί είναι λεύτερη, σ'αντίθεση ειδικά με την λογική που κινείται σε ήδη χαραγμένες πορείες, την λογική που βολτάρει σε ένα απειροελάχιστο κελί μιας αχανούς πραγματικότητας.

Όσο για τα "γιατί"... Το λέω ξανά και ξανά. Κανείς δεν γνωρίζει τα γιατί. Τα γιατί που νομίζουμε πως ξέρουμε είναι απλώς το εμφανές-αντιληπτό τμήμα μιας εξήγησης που δεν μπορούμε ν'αντιληφθούμε ή να γνωρίσουμε. Ακόμα και το πιο χαζό παράδειγμα αποδεικνύει το ελάχιστο της ανθρώπινης γνώσης. Αν προσπαθούσαμε ν' αναλύσουμε ολοκληρωτικά γιατί ο κύβος "έφερε" 6, θα πεθαίναμε προσπαθώντας, γιατί ο χρόνος ζωής μας δεν θα ήταν αρκετός. Αντιθέτως λέμε κάτι του στυλ "γιατί με αυτή τη γωνία και ταχύτητα προσέκρουσε στην συγκεκριμένη επιφάνεια" και θεωρούμε πως γνωρίζουμε την αιτία. Και η ειρωνεία... άλλοι που δεν γνώριζαν καν αυτό χάνουν 60 δευτερόλεπτα απ'τον πολύτιμο χρόνο τους για να χειροκροτήσουν την επιστημονική μας άγνοια.

Αν όλα τα παραπάνω δεν είναι αιτία για παραίτηση από τη προσπάθεια να εκτιμήσεις την ζωή, τότε τι να πω, διαφέρω. Από την άλλη βέβαια, η μη συνειδητοποιημένη άγνοια βοηθάει αναμφισβήτητα στο να συνεχίσεις να εκτιμάς την ζωή, όπως ακριβώς αυτή δόθηκε. Αν μη τι άλλο, η νόηση κι η αντίληψη είναι από τους χειρότερους εχθρούς της και καλά είναι αν θες να ΖΗΣΕΙΣ, να τις αποφύγεις όσο μπορείς. Ακόμα και το "εν οίδα ότι ουδέν οίδα" ως αντίληψη και γνώση μιας αρχής που εκφράζει απόλυτα την ανθρώπινη φύση, σε οδηγεί τελικά στον κυνισμό, στην αδιαφορία για όλα. Για όλα αυτά που όλοι κοιτάζουν και κανείς δεν βλέπει πραγματικά.

Ίσως τώρα, διαβάζοντας τον τρόπο που σκέφτομαι, την ουρά μιας απειρίας προβληματισμών, να καταλαβαίνει κανείς τι με εμποδίζει να "ζήσω". Κι ίσως μου πει όπως τόσοι: πάψε να σκέφτεσαι έτσι, ή πάψε να τα αναλύεις όλα ή πάψε να δίνεις τόση σημασία ή.. ή.. ή. Δεν γίνεται όμως. Έτσι είμαι και δεν μπορώ να το πάψω... επειδή έτσι είμαι και δεν μπορώ να το πάψω... επειδή έτσι είμαι και δεν μπορώ να το πάψω... επειδή... Η γνωστή λούπα. Δεν μπορώ να εξηγήσω το γιατί βρίσκομαι σε αυτή τη λούπα. Επειδή όπως και για το "6" του κύβου, η αντίληψή μου δεν το επιτρέπει κι επειδή ακόμα και να μου το επέτρεπε, ο χρόνος ζωής μου δεν θα ήταν αρκετός για μια ολοκληρωμένη εξήγηση...

Το ρεζουμέ όλων αυτών είναι κάτι του στυλ... αν θες να ζήσεις κοίταζε και νιώθε για τα πάντα,
χωρίς όμως να βλέπεις τελικά τίποτε.

Και κλείνω με μια γνωστή πρόταση που είδα και δεν θυμάμαι που κι από ποιόν...
"αν κοιτάξεις την άβυσσο, η άβυσσος θα σε κοιτάξει".

Ο... Σπύρος...

Δεν είμαι ο Σπύρος. Δεν είμαι καν το μέλλον του. Χρωματίζουμε μαζί κόκκινους τους ιστούς της αράχνης με όποια μπογιά δεν πέρασε, γλύφουμε κάθε πληγωμένη του λέξη, απουσία πάσης ελπίδος. Εγώ μαζεύω τις κραυγές του στο συρτάρι κι εκείνος κάθε όπλο που φαντάζει ανυπεράσπιστο. Είναι νεκρός ήδη από κάθε τι άσφαιρο και θαρρεί πως είμαι η σφαίρα που λυτρώνει. Μα δεν είμαι. Δεν είμαι ο Σπύρος. Δεν είμαι το βλέμμα του, δεν είμαι καν μέσα στο βλέμμα του, το αρκετά απλανές για να μην καθρεφτίζει και να μην καθρεφτίζεται. Κάνουμε πάντα παρέα χωρίς κίνησεις, λικνισμούς, λέξεις, νότες, ζωγραφιές, χωρίς άλλα αγάλματα πέρα από τα δυό μας. Κι αφήνουμε τον άδειο χώρο να τον γεμίζει. Θαρρεί πως είμαι το αποτέλεσμα της σιωπής του. Μα δεν είμαι. Δεν είμαι ο Σπύρος και τον ζηλεύω γιατί ο Σπύρος είναι έστω ο Σπύρος. Κι ίσως θαρρεί πως είμαι κάποιος. Μα δεν είμαι. Απλώς δεν είμαι ο Σπύρος.

Αυτός ήταν πάντα και είναι ακόμη ο Σπύρος. Ένα σιωπηλό, αθάνατο τραγί, μοναδικό στο είδος του και ταυτόχρονα καθόλου σπάνιο. Κάθε άνθρωπος είχε, έχει και θα έχει τουλάχιστον στο πλάι του έναν αποδιοπομπαίο Σπύρο, να του φορτώσει τα πάντα και με όποιο τρόπο θέλει, για να ξαλαφρώσει και να λυτρωθεί. Ο Σπύρος θα τα κουβαλήσει, θα πάρει τη πρέπουσα σατανική μορφή. Μόνο τα χρώματά του είναι περιορισμένα. Γεννιέται ολόλευκος και πολύ σύντομα γεμίζει με μαύρο ή μπλε και κάποιες ελάχιστες φορές με κόκκινο, ανάλογα της μελάνης. Είναι ανθεκτικός σε όλες τις κατακρίσεις και τους λιθοβολισμούς και μερικές φορές τα απολαμβάνει με ένα περίεργο χαμόγελο. Χωρίς αυτά δεν θα είχε λόγο ύπαρξης.
 
Μεγάλωσε αρκετά, ξέχασε όσα ήθελε να ξεχάσει, έκοψε κι έραψε κάθε αλήθεια στα μέτρα του. Ο Σπύρος "ωρίμασε" όπως όλοι, υιοθετώντας ένα και μόνο σύστημα, το υπάρχον. Και υπάκουγε σ'αυτό, εξυπηρετούσε τους σκοπούς του ακόμα κι όταν όντας έφηβος το απαρνιόταν έντονα. Η όποια άρνηση αποτελεί μια αυτοεπιβεβαίωση για το σύστημα, ότι υπάρχει ακόμα. Γι'αυτό κι αφήνει τα συγκεκριμένα περιθώρια, τη δήθεν "δυνατότητα" μη αποδοχής του. Οι λίγοι άλλωστε τολμηροί αντιδραστικοί, σύντομα θα το βρουν μπροστά τους. Το Σύστημα θα ανησυχησεί μόνο όταν θα διακρίνει πλήρη αδιαφορία. Μόνο αυτή είναι ικανή να το καταδικάσει σε ανυπαρξία. Τώρα δεν ανησυχεί. Τα κατάφερε μια χαρά. Όλοι είναι "συνειδητοποιημένοι" και δραστηριοποιούνται ο καθένας στη καρακοσμάρα του. Κι αφού κάθε συνείδηση έχει διαμορφωθεί βάσει του συστήματος, το εμπεριέχει άρα έχει εξασφαλίσει την ύπαρξή του για πολύ ακόμα. Ο Σπύρος προσπαθεί πλέον να αδιαφορήσει. Ας του ευχηθούμε ότι καλύτερο προς το παρόν, γιατί όταν τυχόν το επιτύχει, θα τον καταδικάσουμε σε θάνατο. Αργό ή γρήγορο. Όχι εμείς δηλαδή... το.. σύστημα.

Κάπου εδώ ίσως πρέπει να αναρωτηθούμε αν φορώντας τον Σπύρο, γδυθήκαμε οι ίδιοι... Αν ο Σπύρος είναι τα αόρατα ρούχα του βασιλιά (όπως στο παραμύθι), αν είμαστε ο βασιλιάς κι αν θέλαμε να τον φορέσουμε αφήνοντας εκτεθιμένο τον εαυτό μας και γιατί. Ο Σπύρος, όπως κάθε "ένδυμα" ίσως φορεθεί για να ικανοποιήσει κάποιον ανάξιο στόχο ή για να σκεπάσει κάτι άσχημο ή για να προσφέρει κάτι όμορφο, όπως ζεστασιά. Εγώ ελπίζω ότι κάθε φορά που θα φοράμε εναν Σπύρο δεν θα το κάνουμε για να ικανοποιήσουμε την όποια ματαιοδοξία μας (ως βασιλείς), ούτε για να κρύψουμε το οτιδήποτε άσχημο, αλλά για να μας προσφέρει αυτό το οτιδήποτε θετικό έχει. Αν εκεί προσβλέπει κάποιος, κάποιες φορές αξίζει ακόμα και να "γδυθεί" στα μάτια ενός κόσμου που είναι έτοιμος να περιγελάσει οτιδήποτε "αόρατο". Βασιλείς του εαυτού μας ας είμαστε μονάχα εμείς. Η όποια "λαοθάλασσα" έρχεται και φεύγει, σα κύμα που κάποιες φορές δεν θ'αφήσει τίποτε όρθιο και κάποιες άλλες θα σε παρασύρει στη μαγεία του. Σ'αυτή τη τόσο κίβδηλη αλλά και περιζήτητη μαγεία.


Είμαι ο Σπύρος... κι είμαι αλκοολικός.

Αδειάζω σιγά σιγά από νόημα τη ζωή μου κάθε βράδυ κι από αντίδραση θαρρώ γεμίζει αναμνήσεις. Δεν θέλω να θυμάμαι που να με πάρει ο διάολος... θα πιώ... θα πιώ μέχρι να μην είμαι πια ο Σπύρος.
...
Δεν είμαι πια ο Σπύρος... είμαι ευτυχισμένος.
Δεν μπορώ να θυμηθώ ή να σκεφτώ το γιατί.
Ίσως γι'αυτό...

...

Είμαι ο Σπύρος... κι είμαι νηφάλιος πενήντα τέσσερις ώρες. Δεκατρία μέτρα με χωρίζουν τώρα από την ανωνυμία. Θα τα καλύψω σε περίπου πέντε δευτερόλεπτα ενώ σε τρεις ημέρες θα είμαι δύο μέτρα χαμηλότερα. Σαράντα ημέρες μετά, δεν θα με θυμήθεί ή σκεφτεί κανείς κι εγώ αν και νηφάλιος, θα είμαι ευτυχισμένος, δεν θα θυμάμαι και δεν θα σκέφτομαι γιατί...

Αδιαφορία

Ο δίσκος που παίζεις
κολημμένη βελόνα
κραυγή λησμονιάς
από κάποια γοργόνα
καθ'ανάμνηση είπες
ας γίνει στάχτη
και λόγος η αγάπη σου
που δεν θα ξανάρθει

Στο λάκτισμα του μπλε
εσύ το σκοτάδι
εσύ και το ξέσπασμα
σε μια θάλασσα λάδι
με ανοσία στο πνιγμό
με σώας τας φρένας
εσύ το υποκείμενο
κι αντικείμενο κανένας

Λικνίζεσαι σε κόσμο ξένο
σχέδια κάνεις κρατώντας
οτιδήποτε μαύρο, καμμένο
Αποποιήθηκες τους πάντες
και ο λόγος...

Πλάι στο πτώμα ενός παιδιού
που μέρες γύρευε
από ψωμί μια φέτα
καλοντυμένοι, λένε, κύριοι
απλόχερα σου πρόσφεραν
μιαν ακριβή βιολέττα

Just because...

Γελούν κρυφά στο κάθε παραμύθι,
το σάλιο τους δίνοντας παράσημο
τη πνοή σου τη διώξαν απ' τα μάτια
σα χρώμα που θεώρησαν άσχημο

Τα φύλλα που αντάμωσες τα έβαψες
κι έκλαψες για το κέλυφος από πηλό
να τους κοιτάς στα μάτια έπαψες
τραγουδώντας κάτι ιδιαίτερα σκληρό...

--Just because you're paranoid
Don't mean they're not after you.--

Μεθώ στη στάχτη

Σημαδεύω σκοτάδι και σιωπή
δεν εμποτίζω τίποτε με ήχους
λέξεις στην άμμο ιχνηλατώ
χνάρια χεριών σε τοίχους

έτσι κατεβαίνω τα σκαλιά
χωρίς να τα μετρήσω
γελοιοποιώντας τη ζωή
ο δύστυχος θα σβήσω

Ποιός είμ' εγώ με ρώτησες εσύ
που πάντα μεθώ στη στάχτη
στίχων που πέθαναν μαζί
η μοναξιά για να 'ρθει

Ποιός είμ' εγώ, με ρώτησες εσύ
η μοναξιά για να 'ρθει...
ακόμα μεθώ στη στάχτη
στίχων που πέθαναν μαζί.


Με ίδιες λέξεις αλλά διαφορετική σύνταξη:

Με τρόμο μετρώ 
μονάχος τους ήχους
στάχτη στα μάτια 
στο σκοτάδι οι λέξεις
δεν ήρθα εδώ 
για να γράψω σε τοίχους
τους στίχους που θέλεις
που μπορείς να αντέξεις

έτσι συνεχίζω να μεθώ
μεθοδικά μ'εμποτίζω
με γελοιοποιώ
και πίσω με κερδίζω
στην άμμο ιχνηλατώ
κατεβαίνω σκαλιά
με σημαδεύω γερά
και τη σιωπή αντικρύζω

Άφοβα, ανώδυνα, αδιάφορα

Και τι να φοβηθώ; Μήπως χάσω την ελευθερία μου; Κλεισμένος τόσο στον εαυτό μου, κάθε κελί θα φαντάζει παλατάκι. Ναι θα φαντάζει. Φαντασία περίσια. Και φαντάσματα του παρελθόντος, του μέλλοντος. Το παρόν δεν μετράει. Το παρόν είναι στιγμή δίχως διάρκεια. Μετά η στιγμή γίνεται ανάμνηση κι η ανάμνηση διαρκεί τόσο πολύ. Τόσο παρανοικά πολύ. Δεν έχω τίποτε να χάσω, τίποτε να κερδίσω. Τίποτε που να με νοιάζει τόσο. Κι αυτό πονάει δεν λέω. Πονάει όμως τόσο ώστε να μην με νοιάζει πια ο πόνος. Ο πόνος και ο φόβος... ο φόβος του πόνου... ο πόνος του φόβου. Ε όχι, ήμαρτον.
Δεν κατοικούν τα δυό τους πια εδώ. Δραπέτευσαν μαζί με το ενδιαφέρον. Γι'αυτό κι όταν κάτι φυσάει, αδιάφορα κλείνω τα μάτια, την τελευταία χαραμάδα. Ας βάζει ο βοριάς τα δυνατά του... Της ψυχής μου η σκόνη θα μείνει εκεί ανέπαφη, κρύβοντας τα τόσα. Θα τη σκορπίσει τριγύρω κάποτε μαζί με τις στάχτες μου. Και προς μεγάλη του λύπη φαντάζομαι... μόνο εκείνη τη στερνή φορά θα με δει να τον κοιτάζω στα μάτια... Και μάλιστα Άφοβα... Ανώδυνα... Αδιάφορα... 
Όπως ακριβώς μου αξίζει.

Οι αλυσίδες...

...ήταν η αλυσίδα που έσπευδε να κουρνιαστεί στα πόδια μου όπως ένα μικρό παιδί θα έτρεχε φοβισμένο στη μητέρα του. Πολύ περίεργη αλυσίδα, μα την αλήθεια, με κρίκους σκαλισμένους, π' απεικόνιζε καθένας τους κι ένα πολύ κοντινό μου πρόσωπο. Άλλοι έσφιγγαν με δύναμη τον επόμενο, άλλοι πιο χαλαρά, δε λέω, ο καθένας έμοιαζε να έχει τον δικό του μοναδικό τρόπο. Κι όμως όλοι ήτανε κρίκοι... περίτεχνοι ή άκομψοι, με ιδιαίτερο βάρος ή χωρίς, ετοιμόροποι και σκουριασμένοι, γεροί και δυνατοί.
Όλοι μαζί μια αλυσίδα, βαριά, αφόρητη και ... αναπόφευκτη. Είχα ξεφορτωθεί κάποιους κρίκους, με καλό ή με άσχημο τρόπο, ενώ άλλοι έφυγαν καθώς περπατούσα, χωρίς να καταλάβω τίποτε. Μόνο όταν κοιτάζω το κενό που έχουν αφήσει, μόνο τότε θυμάμαι αμυδρά τα σκαλισμένα τους πρόσωπα. Και κατά βάθος, τουλάχιστον κατά βάθος, όποιος κρίκος και να φεύγει, νιώθω την αλυσίδα λίγο ελαφρύτερη.

Όταν μέρες σαν αυτή κοιτάζω τους ανθρώπους από το παράθυρο, λυπάμαι που δεν μπορώ να διακρίνω τους σκαλιστούς κρίκους. Την αλυσίδα που σέρνουνε πίσω τους. Παρατηρώ όσο μπορώ το βήμα τους. Όλο και πιο μικρό είναι, όλο και πιο δύσκολο...
κάθε αλυσίδα πλέον φαντάζει,
αν όχι βαριά,
ατελείωτη.

Tuesday, March 16, 2010

Τέρμενα

Τέρμενα
μια λέξη μαγική
να γείρω

σ'αριθμούς
που γκρεμίζουνε
σκέψεις

Άτλαντες
εσταυρωμένοι
σε ικεσίες

λόγια
σε σαλόνια
άδεια

απόδραση
από τη κάθε φυλακή
σε άλλη

με πόλεμο
κάπου ανάμεσα
στα μάτια

συρτάκι
και προχωράς
λιγάκι

σα κόκκαλο
καθώς τσακίζεσαι
στη γλώσσα

μιλάς
μα δεν ακούγεσαι
στα τόσα

σα λύχνος
που δεν είχε φως
να σβήσουν

πτοήθηκες
πριν καν "αυτοί"
να σε πτοήσουν...

Τα Σιωπηλά Πορτραίτα

Στα τσίνορα
δεκάδες όνειρα
μπλεχτήκαν

θανατωθήκαν
από βλέφαρα κλειστά
και σε στοιχειώσαν

απομεινάρια
χαμένης εικόνας
στη ζωή σου

εξέπνευσες
τα μάτια άνοιξες
Χαθήκαν.



*Σα δακρύζουν, 
εικόνες βρώμικες 
τις εξορίζουν, 
έτσι νομίζουν, 
πως μνήμες σκοτώνουν 
και στο μνήμα τους χορεύουν, 
με λέξεις αστείες 
κι έχοντας βλέμματα που καίνε, 
φωτογραφίζουν εαυτούς 
σαν αγορεύουν...

όσο τα πορτραίτα τους σιωπούν
όλοι αλήθειες λένε...

Για σένα

δε θίγομαι
κομμάτια σου ενώνω
και θλίβομαι

νάρκωση
για να' χω όνειρα
δικά σου

αντιλαλώ
σ'άλλα πετρώματα
κι αιμοραγώ

ρίχνω ματιές
δήθεν αδέσποτες
κοντά σου




ο ήλιος χαράζει πια
ονόματα αλλόκοτα
στα τζάμια

Loco

χαράματα λέμε
τραγούδια σε ξένους
διπλοπενιές

πόνου αλυκές
οι πληγές π'αγαπάμε
γεμάτες αλάτι

φιγούρες πια
κι η κάποτε χώρα
δε μας χωράει

σε Μι δίεση*
με καινούρια αμφίεση
Ιούδος φιλιά




*τ'ανύπαρκτα
σιωπηλός
τα τραγουδώ
κι ακίνητος
τα χορεύω

Οι φίλοι οφείλουν

σε κάθε φύλλο που πέφτει

έναν φίλο θυμάμαι

που 'λεγε "οι φίλοι οφείλουν

προς ώφελος να'ναι"

Απόδραση

φθόνου ον
ο κηδεμών που μ' αλυσόδεσε
στο μέλλον

άνευ λέξεων
ο Μορφεύς μου κατήγορος
των έλξεων

κι έκτοτε εκτίω
τίκτοντας
ισόβια κάθειρξη
στα δρώμενα

ποινών τ' αντίποινα

για κάθε δράση
μια απόδραση

Λείπει πιόνι

κοιτώ με βλέμμα
στρατιώτη αδιάφορου
που παρεδώθη

λευκό ή μαύρο
το παιχνίδι ακόμη
μα λείπει πιόνι

Θορυβώ και πάλι

θορυβώ πάλι
με καλλίγραμμες λέξεις
που γίναν ρουτίνα

χειροκρότημα
στο εξαίρετο φως
ψυχή κουρτίνα

οι άδειοι μαζί
γαλήνια λιμνάζουμε
και στον Άδη

ημέρα πυρός
ένα μυαλό χορηγεί
αντενδείξεις

όλα βολικά
κι οι φτέρνες μας
δίχως βέλη

μέδουσες πάλι
μας μαρμαρώνουν
τα παραμύθια

βλέμματα εμείς
τυφλά να ρίχνουμε
στο πουθενά

να υπάρχουμε
για κάτι ανώτερο
που δεν υπάρχει

τίποτε δεν κλείνει
με σιωπές
εκείνες
αγκαλιάζουνε τα πάντα


παρασύρθηκα και σωπαίνω
κάποιες φορές υπάρχουν λέξεις
που γεννήθηκαν για να'ναι μαζί
δίχως νόημα.
Νομίζουν...

Φτεροκρότημα...

Σημαίες κροταλίζουν στους ανέμους ραμμένες από άνθη ναρκωμένα στα βάζα για λευτεριά που πια κρατά δαυλό από τσιμέντο και σπίτια χτίζει πυγολαμπίδες ακίνητες σε χάρτη παγκόσμιο. Τώρα οι αυγές χαρακιά στο πρόσωπο μπαλκόνια με θέα σε λαοθάλασσες μ'απεργία ζωής για μια καλύτερη αμμουδιά στη κλεψύδρα που γυρίζει ξανά και ξανά με κάθε πόθο στραμμένο σε χαρτί ανάγλυφο σε κομμάτι από πνεύμονα άτυχο. Τώρα οι ζωγραφιές στοιχίζουν περισσότερο απ'το θέμα κι εμείς καταπίνουμε τα χρώματα. Μεθυσμένοι απ' το Έψιλον δίεση εξυμνούμε ανά στιγμές άγνωστα σώματα. Έχοντας κάψει οτιδήποτε χρήσιμο ανακυκλώνουμε το άχρηστο ώστε κάτι ν'απομείνει. Φτεροκροτούμε μάταια στην λιγότερο λανθασμένη υπόδειξη, μήπως έτσι για λίγο αιωρηθούμε.

Η σκέψη δεν είχε ποτέ το δικό της φως, όπως κι ή ανάμνηση,
το δανειζόταν...

Κλικ...

Κλικ.
Ένα κλικ είμαι. Ατόφιο σκληρό ξερό αδιάφορο ψυχρό, όπως θες δες το, όπως θες πες το. Ένα κλικ θα είμαι πάντα κι ένα κλικ από τα πάντα.
Δεν μπορώ να είμαι δύο κλικ. Μην μπερδεύεσαι. Απλώς μετά από κάθε κλικ δεν ξέρεις πια ποιό κλικ είμαι. Όλοι ξέρουν πως κάθε κλικ δεν είναι ίδιο κι ούτε μένει ίδιο μετά από κάθε κλικ.
Κάθε κλικ είναι ένα κλικ απόσταση από το κάθε κλικ και κάθε κλικ μετά από κάθε κλικ είναι ένα κλικ μακρία τόσο από το κλικ που ήταν όσο κι από κάθε κλικ που κάποτε ήταν.
Για να ξεχωρίζουν τα κλικ μεταξύ τους, πριν πολλά πολλά κλικ, αρχίσαν να τα ονομάζουν ή να τα αριθμούν. Εκεί άρχισε η παρανόηση.
Πρώτο κλικ, εκατοστό κλικ, τελευταίο κλικ. Όμορφο κλικ, έξυπνο κλικ, άρρωστο κλικ.
Τώρα πια λίγα κλικ καταλαβαίνουν πως κάθε κλικ, θα είναι πάντα ένα κλικ και μάλιστα ένα κλικ απόσταση τόσο από το κλικ που ήταν, όσο από το κάθε κλικ που κάποτε υπήρξε, από κάθε κλικ που υπάρχει, ένα κλικ από τα πάντα γενικότερα.
Κλικ.

Περί ασυναρτησίας

Σχόλιο:
Αγαπητέ Απόμακρε, επανέρχομαι ξανά μετά από καιρό στην θεματική ενότητα που άνοιξες με τον τίτλο ασυναρτησίες. Πραγματικά εκπληκτικό θέμα, συνάδει με τον καιρό, συνάδει με την ζωή μας, και γενικώς οι ασυναρτησίες είναι ένας νέος τρόπος ζωής που όλοι εντρυφάμε με τις πρακτικές μας.
Σ.Μ.


Απάντηση:

Συμφωνώ όσον αφορά την προσέγγιση των "ασυναρτησιών" στα πλαίσια της ανθρώπινης αντίληψης.
Θεωρητικά όμως, σε έναν κόσμο αιτίας κι αποτελέσματος (και μόνο), ο όρος "ασυναρτησία", όπου κι αν αυτός χρησιμοποιείται, είναι το αποτέλεσμα αγνοίας των συναρτωμένων.
Δηλαδή δεν πιστεύω ότι υφίσταται "ασυναρτησία" (όπως και "τυχαίο"), παρά μόνο αδυναμία ολοκληρωτικής αντίληψης κι εν συνεχεία γνώσης.

Απόμακρος




Υποκλίνομαι...

Λόγια. Ακροβάτισες σταγόνες πάνω σε κλωστές, να προσπαθούν να παραμένουν σωστές, κι όμως να κυλούν και να πέφτουν σιωπηλά ή να κατρακυλούν θορυβωδώς, να καταλήγουν με κρότους παραλόγου, σταγόνες χάλυβα. Το σπουργίτι βρυχάται στο κλουβί από άυλα κάγκελα, δείχνει τα δόντια που στο ράμφος φύτεψε για να ξεσκίζει σάρκες κι έπειτα τρώει τους υγιείς φυτικούς καρπούς του μόχθου του απ'το χέρι ενός ιδιοκτήτη που ουδέποτε είχε πρόσωπο. Κρυφοκοιτώ απ'το παρασκήνιο. Χτίζει την φωλιά του και κοιμάται στ'αυγά του όταν το σκοτάδι φέρνει ένα σεντόνι που σκεπάζει κάθε λίγο τον κόσμο του. Αυλαία... Ευτυχώς που υπάρχει η άγνοια. Η άγνοια τ' ανάστροφο κουτί μιας Πανδώρας, αυτό που κρατάει τα τόσα μύρια μέσα του κι αφήνει την ελπίδα και τον φόβο να περιφέρονται, με σωματοφύλακα την ημιμάθεια, ότι δηλαδή κατόρθωσε να δραπετεύσει. Είναι αυτό που επιτρέπει στον χρόνο να έχει μια έστω πλασματική υπόσταση, αυτό που επιτρέπει να γεννιέται το κάτι "καινούριο". Η άγνοια κυρίες και κύριοι. Γονατίζω μπροστά της με δέος. Την προσκυνώ όντας δούλος της κι ας την φτύνω αμέσως μετά, όταν σηκώνομαι για να ξαναπέσω στα γόνατα θεαματικά. Τέλος, δεν υπάρχει τέλος. Τίποτε το άναρχο κι όλα μισά και με κάθε έννοια ατελείωτα. Όσο ο συλλογισμός ταξιδεύει όλο και πιο μακριά, η παραφροσύνη πλησιάζει όλο και περισσότερο. Υπερβάλλω ναι... και παν μέτρον άριστον. Μαζί τους. Το πρόβλημά μου είναι μέχρι που ξέρει κάποιος να μετρά και με τι μονάδα θα μετρήσει. Πρόβλημα με άπειρες λύσεις. Συνήθως προβληματικές...

Εκεί που τίποτε δεν κινείται

Ονομάστηκε ο Χρόνος διάσταση, γνώση κερί σβησμένο στο σκοτάδι, μια νύχτα σαν αυτή, την άγνωστη, μια νύχτα που δεν ξέρω τίποτε, μια νύχτα σαν όλες όσες θυμάμαι. Την σκόνη ακούω καιρό, αλύπητα προσκρούει στα πάντα. Τα πάντα ανύποπτα, καθαρή νοθεία. Βλέπω τις φωνές που κυνηγούν ανθρώπους, μαζί τους κυλιούνται στη λάσπη, τα χνάρια παραμένουν λες και γίναν σε τσιμέντο. Σκέψεις διαβάζω κι όνειρα για τ'αύριο, σελίδες εικόνων τύπου κόμικ, ψάχνουν ακόμη στις ζωγραφιές τα χρώματα, ψάχνουν τον τρόπο να σε κάνουν να πιστέψεις. Πόση παράνοια μέσα μου χώρεσε για να θεωρώ τα πάντα παράνοια; Για πόσο έμεινα ακίνητος, ώστε τίποτε να μην βλέπω πως κινείται; Ερωτήσεις ερωτεύσιμες έχει γεμίσει το μυαλό μου και κλειδιά που παντού ταιριάζουν και δεν ανοίγουν τίποτε. Ίσως τίποτε δεν πρόκειται ν'ανοίξει κι ότι ανοίξει δεν θα έχει τίποτε. Τίποτε δεν θα 'χει για να δείξει. Δρω κι η δράση μου ορίζει τ'αποτέλεσμα, ποιά η αιτία που ορίζει αυτή τη δράση; Η απάντηση δεν βρίσκεται στη πίσω σελίδα του μυαλού μας. Ανοίγματα μικρά μέσα σ'αινίγματα, βυθίζω τον ειρμό μου να με πνίξει, η ανάσα μου τριζόνι που πετάει τρομαγμένο. Σ' άλλο μέρος μακριά κάποιο δέντρο θα την κρύψει. Γνωρίζω κάθε ώρα από τις εικοσιτέσσερις. Ξέρω τι ώρα τα μάτια μου διαβάζεις. Επανάληψη μήτηρ πάσης μαθήσεως. Στις ώρες έδωσα ονόματα. Σα μοντέλα περπατούν σε κυκλική πασαρέλα, ενδύματα αλλάζουν, περνούν σε προσπερνούν για να ξανάλθουν, παγερά στο κενό χαμογελούν, ψηλόλιγνες μορφές, σκιές κινήσεων θανάτου. Και περνούν αθόρυβα, ξυπόλητες θαρρείς στη χοντρή μοκέτα που φτιάξαμε για να υποδεχτούμε το μέλλον. Και περνούν αθόρυβα. Σα κλέφτης που άνεμος παρέσυρε στα βλέφαρά σου και πλάγιασε εκεί να κοιμηθεί. Εκεί που τίποτε δεν κινείται.

Το Άρωμα που ποτέ δεν υπήρξε

οι σκιές κινούνται το ρολόι δείχνει ανάποδα είκοσι λεπτά μετά τα μεσάνυχτα καθώς το φως σ'ανακρίσεις καλεί γι' απαντήσεις από κάθε βλέμμα που πέφτει από παραίτηση τελειώνει σε λίγο το κομμάτι χαρτιά με χρώμα κι η απάτη πλαστικό που δε λιώνει σε καλεί να σκεφτείς με τον τρόπο σου σε κάθε γιορτή η μπύρα δώρο για τον κόπο σου φθόγγοι και γέλια στο έδαφος πλημμύρα καθώς κάπου στον κόσμο σου πνίγεσαι γιατί ανασαίνεις τον δυόσμο σου και θίγεσαι από άρωμα που ποτέ δεν υπήρξε

Ασυναρτησίες (μέρος ΙΙ)

Ακόμα καλύτερα δεν ξέρω κοινωνούν αστραπές βράζει το βλέμμα τι να πω τη νύχτα είναι καλύτερα δεν κοιτάζεις τίποτε μάλλον δεν βλέπεις τίποτε πεθαίνει ο συλλογισμός κι οι λέξεις λίγες δεν είναι καλά καλύτερα είναι να μιλάς χωρίς σταματημό όπως ακριβώς όταν σκέφτεσαι και τα θέματα να τρέχουνε μόνα τους να προσπαθείς να υπνοβατείς σ'ένα κόσμο που ζει πλάι σου και δεν τον βλέπεις ή τον αγνοείς. Το θέμα είναι να ξέρεις πως πάντα σκέφτεσαι προκειμένου να μιλήσεις μα όχι πάντα αρκετά κι ισως νομίζεις πως όχι αλλά δεν γίνεται φίλε σε προλαβαίνει αφού γεννάει τις λέξεις σου. Ορίστε λοιπόν τώρα νυστάζω ξημέρωσε θέλω να δω πως είναι να κλείνεις τα μάτια χωρίς να ονειρεύεσαι το χειρότερο ή το καλύτερο το ίδιο κάνει τέλος πάντων θέλω να δω πως είναι να κλείνεις τα μάτια χωρίς να ονειρεύεσαι. Σκέτο όπως το χωρίς να υπάρχεις. Το ίδιο κάνει. Χαιρέτα με ξέρεις τι εννοώ και σκάσε αλήθεια πόσες φορές είπες στον εαυτό σου "Σκάσε" σήμερα; Ξέρω ότι δεν μιλάτε πια, από κει και πέρα πως τον ακούς δεν ξέρω. Ζητείται νοητική ηχομόνωση όχι χάπια κι οτιδήποτε παρόμοιο στερεό υγρό ή αέριο ευχαριστώ δεν θα πάρω μικρές αγγελίες γίναμε αλήθεια τι εννοούν μικρές δηλαδή οι μεγάλες ποιές είναι; τι να πω και να μην είναι άκυρο; ότι υπάρχω; χαχαχα, καλό...

Ασυναρτησίες (μέρος Ι)

ποτάμι στη κόλαση/χαράζει/ειν'αστείο/δεν ακούγομαι στο φως/δικαιούμαι να κλείνω τα μάτια/εικασία τα πάντα/στο φέρετρο/η αλήθεια να πονάς/μην πιστεύεις τίποτε/γεννήθηκε ο θόρυβος φωνάζουν μιλάνε φωνάζουν κραυγάζουν σιωπούν/ παρέα μ' ερινύες καλείς ονόματα άγνωστα/ αναμνήσεις/δεν μπορώ να πιστέψω/απουσία/έμεινα πίσω στα συνθήματα/ ζωγραφιές κι εφιάλτες κοινή θέα/όνειρα σπασμένα κι ας φεγγοβολούν μ'αφήνουν αδιάφορο/σβήνω

Νεφέλη

Νεφέλη νεφέλη 
σα σκορπίσω στο χώμα σα δόγμα 
σα ξεχασμένος θεός θα σβήσω 
σαν ένα κέρινο ομοίωμα του εαυτού μου 
σε τίποτα μαζί του να μη μοιάζω 
κι όμως την όψη μέχρι να λιώσω 
να θυμίζω. 
Νοσηλατώ λοιπόν 
δεν έχω τίποτε να χάσω 
στην αυτάρκεια του μηδέν 
στον κόσμο τ'ανεκπλήρωτου απείρου 
δε θα σβήσω τα χνάρια μου 
δε θα χρειαστεί 
γιατί ακίνητος θα μείνω 
ένας εφιάλτης αληθής 
στη μέση κάθε ονείρου 
λεκτοραγώντας πλάσματα φωνής 
σταγόνες κωδικών δικών μου 
κόμβος παράνοιας 
καμβάς ενός ατάλαντου ζωγράφου 
άκρο θα φαίνομαι σιωπής 
κι ανόητος σα τάφρος άνευ κάστρου
και θα γελώ 
μα την αλήθεια, 
θα γελώ 
για την αλήθεια 
και θα δακρύζω θα μιλώ 
θα περπατώ θα αντικρύζω
στο τιποτε το τιποτε, 
απο τιποτε για τιποτε, 
με τιποτε σαν τιποτε, 
κάποτε κι εγώ θα ξεχωρίζω...

Αλλοίωση

Γεμίσαμε τα χέρια μας σκουριά ανοίγοντας πόρτες που δεν οδηγούνε πουθενά κι ύστερα... Αποκτήσαμε μάτια καθρέφτες, αφού πρώτα σβήσαμε κάθε είδωλο ώστε όποιον και να κοιτάμε, ν' απεικονίζουμε το κενό. Γεννήσαμε εκατομμύρια χαρακτηρισμούς, για να δημιουργήσουμε διαφορετικότητες που δεν υπήρχαν. Παντού τώρα ξενιτιά, όλα δήθεν γνωστά και τίποτε αυτό που πραγματικά Είναι.

Δεν είναι το ότι κοιτάμε ως εκεί που γνωρίζουμε.
Είναι το ότι θεωρούμε πως γνωρίζουμε τα πάντα,
επειδή δεν ξέρουμε το μέχρι ποιό σημείο κοιτάμε.

Monday, March 15, 2010

Παράνοια...

Η παράνοιά μου είναι αυτό που δεν είμαι.
Είναι τα εκατοντάδες πτώματα ωρών στην οθόνη.
Επιλογή μου σαφώς το που θα σκοτώσω τον χρόνο μου,
που τα βράδια μου, που και τα κουνούπια τριγύρω.
Όταν όμως θα σκοτώσω αυτό που δεν είμαι,
θα ικανοποιήσω προσδοκίες, 
θα βγει στην επιφάνεια αυτό που είμαι 
και τα μάτια των γύρω θα γεμίσουν κενό. 
Η παράνοιά μου είναι τόσο να είμαι αυτό που δεν είμαι 
όσο όμως και να γίνω αυτό που ποτέ δεν υπήρξα.

Θα το περιγράψω άλλη στιγμή.. αυτό το βράδυ πρέπει να το σκοτώσω.

Πεπρωμένο #2

Α: Τελικά μπορούμε να ορίσουμε τίποτα; ή όλα ορίζονται διαφορετικά για το καθένα από εμάς;
Β: Υπάρχει «παρθενογέννηση» ;



Α: Ίσως πρέπει να αναλογιστούμε το πως ακριβώς αντιλαμβανόμαστε την έννοια "ορίζω", πριν πούμε το οτιδήποτε... Θα προσπαθήσω να μην σε μπερδέψω... δεν ξέρω αν θα τα καταφέρω.
Αν μιλήσουμε για το ρήμα "ορίζω" σε κάπως πιο οικουμενικό επίπεδο (δλδ έστω για ένα ακόμα άτομο πέρα από τον εαυτό μας), τότε κατά τη γνώμη μου ο οποιοσδήποτε "ορισμός" στη πραγματικότητα είναι ανέφικτος κι αποτελεί ψευδαίσθηση, γιατί κινείται σε πλαίσια εκγενίκευσης εξαιτίας της διαφορετικότητας στην αντίληψη, τις αναμνήσεις/εμπειρίες, τη συναίσθηση ή ακόμα και τις ίδιες τις αισθήσεις, που είτε μεμονωμένα είτε όλα μαζί επιφέρουν σχετικότητα/υποκειμενικότητα. Καθένας αντιλαμβάνεται, απομνημονεύει και συγκρίνει (απαραίτητη προϋπόθεση) το οτιδήποτε με ξεχωριστό, μοναδικό τρόπο. Η άποψη μου είναι ότι σαφώς ΜΠΟΡΕΙΣ να ορίσεις το οτιδήποτε... ωστόσο ο κάθε Ορισμός που θα δώσεις, θα είναι ΕΠΑΚΡΙΒΩΣ αντιληπτός μόνο από σένα τον ίδιο και μόνο αποσπασματικά αντιληπτός (γενίκευση) από οποιονδήποτε άλλο. Εδώ ακριβώς κολάει και το "Το καλύτερο στον κόσμο μας είναι το ότι ο καθένας μας ζει στον δικό του".


Β: Πιστεύοντας ακράδαντα τα περί αιτιών κι αποτελεσμάτων που ανέφερα παραπάνω, της μοναδικής κατεύθυνσης προς την οποία οτιδήποτε κινείται και την οποία αντιλαμβάνομαι ως ουσιαστικά πεπραγμένη ανεξαρτήτως της χρονικής υπόστασης... όχι... δεν υπάρχει παρθενογέννηση. Κάτι τέτοιο θα ήταν αντίθετο με έναν από τους βασικότερους νόμους του Κόσμου όπως τον ξέρουμε. Έχω ξαναπεί παρόμοιο παράδειγμα και στο παρελθόν. Το να φανταστώ έναν ιπτάμενο βάτραχο με ουρά αλεπούς κι αυτιά γαιδάρου, μπορεί να είναι μοναδικό ως ιδέα. Ωστόσο υπήρξαν πολύ συγκεκριμένοι λόγοι οι οποίοι με οδήγησαν να δώσω το συγκεκριμένο παράδειγμα, στο συγκεκριμένο φόρουμ, με την συγκεκριμένη ύπαρξη (πλέον) που μόλις περιέγραψα. Το ότι δεν γνωρίζω τους λόγους για τους οποίους φαντάστηκα έτσι τον βάτραχο, δεν σημαίνει ότι ήρθε η εικόνα αυτή ουρανοκατέβατη.

Πεπραγμένο

Ζούμε σ'έναν κόσμο ατελείωτων επιρροών, δηλαδή απείρων αιτιών και των αποτελεσμάτων τους, τα οποία με την σειρά τους γίνονται αιτία νέων αποτελεσμάτων... ένας φαύλος κύκλος του οποίου μας διαφεύγει η κατανόηση-αντίληψη της αρχής όσο και του τέλους.

Όπως και για οτιδήποτε άλλο σε αυτό που ονομάζουμε "σύμπαν", έτσι και η διάπλαση κάθε τμήματος της ανθρώπινης υπόστασης (συναίσθημα, πνεύμα, σώμα) επέρχεται ως αποτέλεσμα απείρων παραμέτρων, εκ των οποίων είμαστε σε θέση να μην αντιλαμβανόμαστε παρά ένα ελάχιστο κομμάτι. Δεν ήταν τυχαίο αυτό που είπα για το "δεν ελέγχω τη σκέψη μου".

Επειδή το έχω συζητήσει αρκετές φορές και με διάφορους τύπους ανθρώπων, λέω πλέον με βεβαιότητα ότι ο άνθρωπος ενώ αποδέχεται το γεγονός ότι για κάθε αποτέλεσμα υπάρχει τουλάχιστον μια αιτία (αμέτρητες παρ'αυτά σε βάθος χρόνου), αρνείται να εμβαθύνει στη σημασία αυτού του κανόνα και να αποδεχτεί ότι ΚΑΘΕ κίνηση ΚΑΘΕ ύπαρξης είναι απόλυτα καθοδηγούμενη, διόλου τυχαία και σε καμμία περίπτωση στιγμιαίο αποτέλεσμα. Δηλαδή επέρχεται ΠΑΝΤΑ ως αποτέλεσμα απείρων προηγηθέντων σχετικών με αυτήν κινήσεων, όπου το "σχετικών" αγγίζει την τυχόν Αρχή (αν δλδ υπήρξε ποτέ).

Κάτι τέτοιο αυτομάτως σημαίνει πως οτιδήποτε θεωρούμε "δικό μας" και το ονομάζουμε περήφανοι πχ "Επιλογή", "Σκέψη", "Προσωπικότητα", "Στόχος", "Συναίσθημα", στην ουσία είναι παρανόηση η οποία οφείλεται στην άγνοιά μας περί του τι ακριβώς συνέβη πριν επέλθει η αντίστοιχη συγκεκριμένη "κίνηση". Οποιοσδήποτε πιστεύει σε "επιλογή" (και ελπίζω να με συγχωρέσετε) είναι πιστεύω Αφελής ή Ανόητος ή Απερίσκεπτος ή απλώς Παράφρων.
Επίσης αρνούμαστε να δεχτούμε (ή αδυνατούμε... ή και τα δύο) ότι κάθε κίνηση είναι προδιαγεγραμμένη από την στιγμή που συνέβη (αν συνέβη) η πρώτη πρώτη κίνηση πριν άγνωστο χρονικό διάστημα. Από την δημιουργία ενός πλανήτη μέχρι το κουκουνάρι που έπεσε στις 01:33:12 το βράδυ της Πέμπτης στον Λυκαβηττό, όλα είναι προδιαγεγραμμένα, πεπραγμένα κατά μια έννοια. Ένα σύμπαν κινήσεων προδικάζει την εξέλιξη, επιφέρει το όποιο αποτέλεσμα. Θα μπορούσα να το περιγράψω εύκολα με μια και μόνο λέξη. Domino.

Το ξέρω ότι όσοι διαβάσουν τα άνωθι, θα έχουν άπειρες διαφωνίες. Δεν περιμένω κανέναν να συμφωνήσει. Είναι απλώς μια άποψη. Αυτή στην οποία οδηγήθηκα να πιστεύω...

Νόημα

Ο δικός μου κόσμος αλήθεια... πόσους κόσμους χωράει;
Δεν ξέρω.

Το μόνο πράγμα για το οποίο είμαι σίγουρος είναι το ότι οι όποιες σκέψεις έρχονται στο μυαλό μου, δεν μου ανήκουν. Δεν τις δημιουργώ, δεν τις κατευθύνω, δεν τις οδηγώ. Δεν είναι ανεξέλεγκτες φυσικά... μα ουδέποτε ελέγχονταν από εμένα... Και το "εμένα" είναι μεγάλη συζήτηση. Τι ακριβώς είμαι εγώ αν όχι το αποτέλεσμα απείρων διαδραματισμένων κινήσεων. Και το χειρότερο με τις σκέψεις είναι ότι πλέον δεν τις απευθύνω. Κάπως τις ξορκίζω και μάλιστα τις περισσότερες φορές δίχως αποτέλεσμα. Ή δίχως σημασία; Θα ήθελα να ήταν αλλιώς. Τι σημασία έχει όμως το τι θέλει κάποιος, όταν ακόμα κι η επιθυμία είναι συνήθως προϊόν σκέψης, άρα συνεπώς εξίσου κατευθυνόμενη και σε άπειρο βάθος χρόνου πεπραγμένη.

Όταν ανόητες, κατά μία έννοια - την δική σου - , σκέψεις σε πνίγουν, λες στον εαυτό σου ότι πλέον έχει χάσει το νόημα. Δηλαδή... το νόημα είναι κάτι απτό; Τι ακριβώς είναι το περίφημο "νόημα" και πως κάποιος δικαίως μπορεί να είναι πεπεισμένος για το ποιό είναι; Μήπως τελικά "φτιάχνεις" ένα νόημα στα μέτρα σου, μήπως υιοθετείς ένα ήδη υπάρχον που σε βολεύει, μήπως, ακόμα καλύτερα, σου το δημιουργούνε (όχι οι άνθρωποι, ένα σύνολο από συνθήκες), εξαναγκάζοντάς σε, εμμέσως πλην σαφώς, να το υιοθετήσεις ή ακόμη και να νομίζεις ότι το έπλασες ο ίδιος;
Και η παράνοια... Το νόημα πλάθεται για τα μέτρα μας, όσο ακριβώς τα ίδια τα μέτρα μας πλάθονται με μια άγνωστη σε μας πατέντα... Θα το ονόμαζα σχετικότητα και θα είμουν ήσυχος, αν δεν σκεφτόμουνα παράλληλα ότι κάποιες απόλυτες έννοιες που δεν είμαι σίγουρος κατά πόσο τις αντιλαμβανόμαστε όπως θα έπρεπε, έννοιες όπως νόημα, αξία, σημασία, ουσία, σκοπός κ.α. δεν (θα έπρεπε να) ανήκουν στη σχετικότητα...

Το σίγουρο είναι ένα. Έχω αποτύχει να δημιουργήσω ή να μου δημιουργηθεί (όπως προτιμά κανείς) κάποιο νόημα ακριβώς επειδή η σχετικότητα έχει παραλύσει οτιδήποτε απόλυτο μπορούσε να με παρακινήσει προς κάποια κατεύθυνση. Αν η λέξη "νόημα" σας ξενίζει ή μπερδεύει, υπάρχουν παρόμοιες όπως σημασία, λόγος, αιτία, σκοπός, όπως θέλετε πείτε το.... Κι η ειρωνεία είναι ότι το μόνο απόλυτο που τελικά υπάρχει... ίσως είναι αυτή η σχετικότητα.
Ο κάθε ορισμός φαντάζει πλέον ψεύτικος αφού οτιδήποτε σχετικό είναι παράλογο και να ορίζεται, όταν κάτι δεν ορίζεται, παύει και να υφίσταται σε λογικό επίπεδο και η κάθε τυχόν διαπίστωση πλέον δεν είναι απλά παρανοϊκή, στη πραγματικότητα είναι ανέφικτη.

Ξέρω τι λέω... ορκίζομαι!
Το πως τα λέω ίσως είναι ένα θέμα. Πως να συντάξεις το παραμικρό όταν η λογική είναι πλέον γεμάτη παρανοϊκές διαπιστώσεις και αφήνεσαι στη φαντασία όπου κάθε τι παράλογο μοιάζει πλέον απόλυτα λογικό να υφίσταται...

Απώλεια

Άνοιξη, σαν ένας ήχος από χαρμόσυνο κλάμα μιας ύπαρξης τη στιγμή που διαθλάται σε δεκάδες εαυτούς άχρωμους. Δεν είμαι, δεν καταλαβαίνεις. Στο ξαναλέω, χρησιμοποιούν την απώλεια μα εκείνη δεν έχει τίποτε ν' αποδείξει, μοναχά να υποδείξει με μια δύναμη μάλιστα απερίγραπτη αλλά και τόσο ανεπαίσθητη, όσο μια ανάσα στο μέτωπο πριν το φιλί που δεν έφτασε ποτέ. Αυτήν τη Παράνοια, την σαν φως στο κατάμαυρο κουτί βαθιά μέσα μας, το κουτί το ερμητικά κλειστό που δύναται όμως να σκουριάζει και να τρυπάει αφήνοντάς την να ξεχύνεται και να παρασέρνει στο διάβα της οτιδήποτε έτυχε να υπάρξει πλάι μας, αυτήν τη Παράνοια την κρύβουμε καλά κάθε μέρα σ'αυτό το απέραντο νεκροταφείο ελεφάντων που συνωστιζόμαστε, άλλοι για να σωριαστούμε κι άλλοι για να δημιουργήσουμε σχέδια από δόντια άλλων, να διακοσμήσουμε τη πόλη φάντασμα με την απόδειξη της παύσης μας ως υπάρξεις. Η απώλεια είναι παντού γι'αυτό και κανείς δεν την αντιλαμβάνεται, είναι στους πίνακες, στις λέξεις, στις νότες, στους ήχους, στις οθόνες, στα βλέμματα, στις σκέψεις, στις ιδέες, στους στεναγμούς, ακόμα και στις προσευχές μας. Η απώλεια, είναι το κενό που συμπληρώνει την κάθε ύπαρξη κι η ύπαρξή της θα συμπληρώνει πάντα το κενό μας.

Παραμύθι: Το κυνήγι της Σελήνης

Το κυνήγι της Σελήνης (2003)

Πριν πολλά πολλά χρόνια, ζούσε στη θάλασσα μια σοφή τσιπούρα που την Σεπεέ. Όπως κάθε ψάρι της ηλικίας της, είχε κάνει κι αυτή αρκετές γέννες κι είχε χιλιάδες παιδιά, σκορπισμένα σ' όλα τα πελάγη της ανατολικής Μεσογείου. Ένα μόνο, από την τελευταία της γέννα, το είχε κρατήσει στο πλάι της για συντροφιά, ίσως γιατί καταλάβαινε ότι το τέλος της πλησίαζε και το πιο πιθανό θα ήταν να μην μπορούσε να γεννήσει ξανά. Tο ονόμασε Δάκιστο και προσπαθούσε πάντα, καθώς βολτάριζαν στα
θαλάσσια μονοπάτια, να του μεταβιβάσει όλες τις γνώσεις και τις εμπειρίες που είχε η ίδια μαζέψει. Πως θα αντιλαμβάνεται ένα χταπόδι που καραδοκεί για την τροφή του ή που πλησιάζει αργά εκμεταλλευόμενο το καμουφλάζ του, πως θα αποσπά την τροφή από ένα αγκίστρι χωρίς να πιαστεί σε αυτό, πως θα πλέει στα δυνατά ρεύματα ώστε να μην παρασύρεται και να μην ξεφεύγει από την πορεία του και πολλές άλλες χρήσιμες γνώσεις που χρειάζεται ένα ψάρι για να επιβιώσει με μια σχετική άνεση στη θαλάσσια ζούγκλα.
Κάθε φορά που είχε πανσέληνο, φεύγανε μαζί για το μακρινό ταξίδι προς το φεγγάρι, ένα ταξίδι που η εκπλήρωσή του ήταν, εννοείται, ανέφικτη. Παρόλο που όλα τα ψάρια, από κάθε είδος, γνώριζαν πως κανείς δεν είχε καταφέρει να φτάσει το φεγγάρι, κάθε φορά που αυτό ήταν πλήρες, κατευθύνονταν ανά ομάδες, σαν σιωπηλοί προσκυνητές, σαν θαλάσσια ξωτικά της νύχτας, προς το μέρος του φωτεινού αυτού δίσκου, που τόσο ατίθασα διέλυε το σκοτάδι κι έλαμπε όπως κανένα άλλο αστέρι. Κι έλαμπαν
κι αυτά, τόσο από τον πόθο που είχαν στα μάτια, για να το αγγίξουν, όσο κι από το φως που έριχνε στα σώματά τους. Έμοιαζαν κι αυτά με εττερόφωτα θαλάσσια αστέρια.
Μια νύχτα, η πανσέληνος ήρθε πολύ νωρίτερα από ότι συνήθως κι ήταν το φως της πιο δυνατό από ποτέ. Έμοιαζε δε, το φεγγάρι, να βρίσκεται τόσο κοντά στην επιφάνεια της θάλασσας, ώστε να μπορούν να το αγγίξουν με ένα πολύ μικρό πήδημα. Η Σεπεέ, που στεκόταν για ώρες λίγα εκατοστά
πάνω από τον πυθμένα, αναλογιζόμενη την ζωή της, τις όμορφες και τις άσχημες στιγμές που πέρασε, μόλις το είδε έμεινε άναυδη και συνέχισε να το παρατηρεί με έκπληξη και θαυμασμό. Από αυτή τη κατάσταση ήρθαν να τη βγάλουν οι δυνατές κραυγές του Δάκιστου, που το είχε αφήσει να παίξει
για λίγο με κάποια ακίνδυνα ψάρια της ηλικίας του. «Μαμά», της είπε, «κοίτα... ήρθε το φεγγάρι κοντά!!! Μας πλησίασε. Πάμε να το αγγίξουμε γρήγορα, πριν γυρίσει πάλι εκεί που ήταν. Ήδη όλοι μου οι φίλοι το έχουν περικυκλώσει και προσπαθούν να το αγγίξουν, όπως και κάθε άλλος.»
Η Σεπεέ σάστισε για λίγο κι έμεινε σιωπηλή προσπαθώντας να ζυγιάσει τα συμβάντα. Αφού πέρασε ένα λεπτό, που στον Δάκιστο φάνηκε αιώνας, του είπε: «Ξέρω πως βιάζεσαι να αγγίξεις το φεγγάρι, μα πριν σου δώσω την άδεια μου, θα σου πω μια ιστορία, η οποία έχει τις ρίζες της πολύ βαθιά, πίσω στο χρόνο. Την ιστορία αυτή την ξέρουν λίγοι, μα ακόμα πιο λίγοι είναι αυτή που καταλαβαίνουν το νόημά της. Γι' αυτό και δεν της δίνουν σημασία... Κανείς δεν θέλει να ακούει ιστορίες χωρίς νόημα... που δεν
αξίζουν τον χρόνο που τους αφιερώνεις. Άκου λοιπόν... Πριν πολλά εκατομμύρια πανσέληνους, τα φεγγάρια στον ουρανό ήταν δύο και πάντα δίπλα δίπλα. Όλοι τα ονόμαζαν οι -Αιώνιοι Ερωτευμένοι- και γέμιζαν από το φως του ήλιου με τον ίδιο τρόπο, στον ίδιο χρόνο. Η λάμψη που χάριζαν τις νύχτες, ήταν πολύ μεγαλύτερη από αυτή που εμείς τώρα πια βλέπουμε. Μια νύχτα όμως, καθώς βρίσκονταν στα μισά του κύκλου τους, το ένα από αυτά άρχισε να γίνεται όλο και πιο λαμπερό, όλο και πιο μεγάλο. Όλοι στο θαλάσσιο βασίλειο κατάλαβαν πως το φεγγάρι πλησίαζε και πως θα μπορούσαν ίσως επιτέλους να το αγγίξουν. Είχαν βλέπεις και οι τότε, την ίδια επιθυμία με μας. Κολύμπησαν λοιπόν με όλη τους τη δύναμη, για να φτάσουν στο σημείο που υπολόγιζαν πως θα πέσει. Οι πιο γρήγοροι έφτασαν πριν από το φεγγάρι και το περίμεναν γεμάτοι αγωνία και χαρά. Το φεγγάρι όμως, έπεσε στη θάλασσα με δύναμη και τους καταπλάκωσε, σκοτώνοντας ταυτόχρονα και πολλούς άλλους που είχαν πλησιάσει αρκετά ώστε να δεχτούν τις πιέσεις που προκλήθηκαν και τις δυνατές ωθήσεις που τους παρέσυραν ανεξέλεγκτα. Όταν όλα ησύχασαν, όλοι όσοι γλίτωσαν, πλησίασαν το κομματιασμένο πια φεγγάρι, στον βυθό που είχε καταλήξει, για να το αγγίξουν. Δεν έλαμπε όμως πια και δεν τους έδωσε καμμία χαρά το γεγονός ότι το άγγιξαν, παρά μόνο μελαγχολία. Έμειναν για μέρες να το κοιτάζουν με μάτια γουρλωμένα, με σπασμούς απογοήτευσης και λύπης στα πρόσωπά τους. Τα κομμάτια του, με την πάροδο του χρόνου, έσπασαν σε μικρότερα και μικρότερα, μέχρι που έγιναν άμμος. Το φεγγάρι ξεχάστηκε κι όλοι επέστρεψαν στις παλιές τους συνήθειες, προσπαθώντας
πάλι να φτάσουν το φεγγάρι που είχε απομείνει μόνο του πλέον στον ουρανό. Οι πιο σοφοί κατάλαβαν πως κατά βάθος, αυτό που είχε σημασία, ήταν ο ίδιος τους ο πόθος κι όχι η πραγματοποίησή του. Κατάλαβαν πως περισσότερη αξία είχαν οι μαγικές βραδιές που κινούσαν όλοι μαζί, γυρεύοντας να το αγγίξουν κι όχι η επίτευξη του στόχου αυτού. Γι' αυτό και στράφηκαν πάλι όλοι πίσω, σ' αυτό που συνέχιζε να βρίσκεται τόσο μακριά ώστε κανείς να μην το φτάνει...».
«Έχεις δίκιο μαμά...» πετάχτηκε ο Δάκιστος «αν και να σου πω την αλήθεια, θα ήθελα κι εγώ ν' αγγίξω το ένα φεγγάρι και μετά να συνεχίσω να προσπαθώ για το δεύτερο χωρίς να τα καταφέρνω ποτέ.»
Η Σεπεέ δεν μπορούσε παρά να χαμογελάσει. Ήταν μια έξυπνη παρατήρηση. Χωρίς να σχολιάσει τα λόγια του γιού της, είπε στον Δάκιστο: «άκου παιδί μου, πέρα από το γεγονός ότι μερικά πράγματα στον κόσμο υπάρχουν απλώς για να μην τα φτάνουμε ποτέ, να έχεις υπ' όψιν σου και το εξής... όταν κάτι που θεωρείς δύσκολο ή κι ανέφικτο, σε πλησιάζει και μάλιστα χωρίς ο ίδιος να έχεις κάνει κάτι το πολύ εξαιρετικό, να ξέρεις ότι το πιθανότερο είναι να πρόκειται για παγίδα ή γενικά για κάτι
ψεύτικο. Σίγουρα δεν θα πρόκειται για κάτι που περισσότερο θα σε ωφελήσει παρά θα σε βλάψει. Αυτά είχα να σου πω, από τις εμπειρίες που σαν γέρικο ψάρι έχω αποκομίσει... Τώρα έχεις την άδεια μου να τρέξεις κοντά στο φεγγάρι αν το επιθυμείς...»
Ο Δάκιστος έμεινε για λίγο ακίνητος και σιωπηλός. Ήταν ολοφάνερο πως μια ολόκληρη πάλη συνέβαινε μέσα του. Τελικά απομακρύνθηκε προς το μέρος του φεγγαριού που συνέχιζε να φωτίζει με αξιοζήλευτη δύναμη τα νερά. Όταν άρχισε να διακρίνει καθαρά τις σιλουέτες των φίλων του, που
προσπαθούσαν στην επιφάνεια να φτάσουν το φεγγάρι, σταμάτησε κι απέμεινε να τους παρατηρεί από μακριά. Ξαφνικά, είδε μια περίεργη σκιά να πέφτει στα νερά, ταυτόχρονα άκουσε έναν περίεργο παφλασμό κι αντίκρυσε τον έναν από τους φίλους του να σφαδάζει καρφωμένος σε μια τρίαινα. Μετά από ένα δευτερόλεπτο, ένα άλλο ψάρι "πέταξε" προς τη μεριά του «φεγγαριού» που δεν ήταν τίποτε
άλλο παρά το πυροφάνι ενός πανούργου γέρου ψαρά. Κανένα από τα υπόλοιπα που βρίσκονταν εκεί, κοντά στο «φεγγάρι», δεν κατάλαβε τίποτε, μιας και ήταν όλα τυφλωμένα από το ιδιαίτερα δυνατό φως κι απορροφημένα με την προσπάθειά τους να το φτάσουν. Ο Δάκιστος επέστρεψε γοργά στο βυθό, πλησίασε την Σεπεέ και της είπε... «Είχες δίκιο μαμά... από δω και πέρα, να λες την ιστορία που μου
είπες πιο συχνά και σ' όσους περισσότερους μπορείς, αρχίζοντας μάλιστα από τους φίλους μου. Υποσχέσου το...» Η Σεπεέ χαμογέλασε κουνώντας καταφατικά τα πτερύγιά της κι ο Δάκιστος
αποκοιμήθηκε στο πλευρό της ήσυχος πλέον, με την αίσθηση της απόλυτης ασφάλειας...

Ιστοροή

Ήταν δεν ήταν μεσάνυχτα, σε μια πόλη που συνήθως δεν ησύχαζε πριν ξημερώσει. Συνήθως, αλλά όχι κι αυτή τη χριστουγεννιάτικη βραδιά. Ο ΧΘ έκανε την καθιερωμένη του διαδρομή, επιστρέφοντας ποδαράτο από τη δουλειά στο σπίτι. Είχε βέβαια αμάξι, πολλά χρόνια τώρα, αλλά το χρησιμοποιούσε ελάχιστες φορές, αφού το πυροσβεστικό τμήμα, στο οποίο και δούλευε, ήταν πολύ κοντά στο σπίτι του και η βολτίτσα με τα πόδια δεν ήταν καθόλου άσχημη, ειδικά τις βραδινές ώρες. Έτσι λοιπόν κι αυτή τη νύχτα, πήρε το δρόμο της επιστροφής, έχοντας για συντροφιά τις αναμνήσεις της ημέρας και τις σκέψεις του.
Σύντομα αντιλήφθηκε ότι η πόλη έμοιαζε να βρίσκεται σε χειμερία νάρκη. "Χειμώνιασε για τα καλά επιτέλους", σκέφτηκε, χουχούλιασε στο παλτό του και διέσχισε την τεράστια λεωφόρο, χωρίς καμμία προσοχή και χωρίς να δώσει σημασία στον σηματοδότη. Περπάτησε δύο-τρία τετράγωνα και βρέθηκε στο έρημο πάρκο της γειτονιάς του, ένα πάρκο που μικρός λάτρευε, νεαρός φοβόταν, ενώ πλέον τον άφηνε αδιάφορο. Μιας και δεν είχε κανέναν στο σπίτι να τον περιμένει, αποφάσισε να κάτσει για λίγο στο παγκάκι. Έβγαλε ένα τσιγάρο από το πακέτο κι άρχισε να ψάχνει τις τσέπες του για αναπτήρα μάταια, συνειδητοποιώντας πως τον είχε ξεχάσει στο γραφείο του. "Να πάρει η οργή! Για όνομα πια...", μονολόγησε κάπως πιο δυνατά απ'ότι συνήθως. Κοίταξε τριγύρω με ύφος που είχε κάτι από απογοήτευση, πανικό και ελπίδα ταυτόχρονα, αλλά φυσικά δεν είδε ψυχή. Σχεδόν αμέσως άρχισε τη γκρίνια. "Παραμονή Χριστουγέννων και τι ζητάω; Ούτε συγγενείς, ούτε γαλοπούλες, ούτε κάποια σύντροφο, ούτε καν ζεστό φαί ή έστω παρέα. Δηλαδή πόσο δύσκολο είναι να βρω απλώς μια φωτιά που να μην πρέπει να σβήσω, μια φωτιά ν'ανάψω το τσιγάρο μου;" και συνέχισε με ένα πιο θλιμμένο ύφος αυτή τη φορά "...έρημη πόλη και να μην μπορώ να την απολαύσω όπως θα ήθελα. Κρίμα...".
Σε μια ύστατη προσπάθεια να διακρίνει κάποιον έστω και αρκετά μακριά, άρχισε να κοιτάζει τριγύρω πιο αργά, θέλωντας να διατρυπήσει το σκοτάδι και της παραμικρής γωνίτσας. Εκείνη τη στιγμή και με την άκρη του ματιού, είδε κάτι λευκό να κουνιέται ψηλά, στη πολυκατοικία απέναντι. Σήκωσε το κεφάλι ψηλά πιστεύοντας οτί θα αντικρύσει κάποιο απλωμένο σεντόνι ή τραπεζομάντηλο και ανατρίχιασε όταν είδε ότι ήταν ανθρώπινη η μορφή και μάλιστα όχι σε κάποιο μπαλκόνι, αλλά στην άκρη της ταράτσας. Μια μορφή αερική, που αγνάντευε το έδαφος, ίσως μετρώντας τα μέτρα που τη χωρίζαν απ'αυτό.
Ο ΧΘ αναπήδησε από το παγκάκι κι έμεινε για λίγο να κοιτάζει σαστισμένος τη μορφή, αναποφάσιστος για το τι πρέπει να κάνει. Αναμφισβήτητα ήταν απροετοίμαστος για κάτι τέτοιο. Συνήλθε από την έκπληξη αρκετά γρήγορα και όρμηξε να μπει στη πολυκατοικία. Η πόρτα ευτυχώς ήταν ανοιχτή, έτρεξε μέχρι το ασανσέρ και το κάλεσε με βιαστικά νευρικά πατήματα. Άνοιξε την πόρτα, χώθηκε μέσα κλείνοντάς την πίσω του απότομα και πάτησε το κουμπί του τελευταίου ορόφου. Το ασανσέρ άρχισε να ανεβαίνει πιο αργά και νωχελικά από κάθε άλλο ή έτσι τουλάχιστον νόμιζε ο ΧΘ, ο οποίος προσπαθούσε να το σπρώξει έστω και με την σκέψη του. Μόλις έφτασε στον πέμπτο όροφο, ο ΧΘ που από πριν έσπρωχνε την πόρτα, πετάχτηκε έξω κι άρχισε να ανεβαίνει βιαστικά τα σκαλιά προς την ταράτσα. Η πόρτα αν και κλειστή, ήταν ξεκλείδωτη. Εκεί κοντοστάθηκε, πήρε μια βαθιά ανάσα και την άνοιξε απαλά. Ήξερε ότι το τελευταίο που θα έπρεπε να κάνει θα ήταν να αιφνιδιάσει τον άνθρωπο που σκόπευε να βάλει τέλος στη ζωή του. Κοίταξε τριγύρω και είδε την λευκή μορφή να βρίσκεται ακόμα στην άκρη, έχοντας καθίσει πλέον πάνω στο πεζούλι, με τα χέρια τεντωμένα να κρατιούνται απ' αυτό και τα πόδια να κρέμονται στο κενό...

Κοντοστάθηκε για λίγο αμήχανα, κοιτάζοντας επίμονα την λευκή σιλουέτα. Ήταν αναμφισβήτητα κοπέλα, μάλλον νεαρής ηλικίας, αδύνατη με σκουρόχρωμα ίσια μακριά μαλλιά, που ανέμιζαν θαρρείς νεκρά στο ελάχιστο αεράκι που φυσούσε, ακριβώς όπως και το λευκό μακρύ αμάνικο νυχτικό της. Έμοιαζε αέρινη στο σύνολό της, όσο και εύθραυστη, σε μια παράξενη αντίθεση. Την σκέψη του, για το πως θα πλησιάσει χωρίς να την τρομάξει με την παρουσία του, ήρθε και την διέκοψε η παγερά ήρεμη φωνή της. "Πλησίασε αν θέλεις... μα χωρίς να κάνεις κάποια κίνηση να με σταματήσεις. Ειδάλλως θα πέσω νωρίτερα απ'ότι θα ήθελα...".
Έκπληκτος ο ΧΘ προχώρησε με αργές αλλά πιο άφοβες κινήσεις πλέον. Βρήκε το κουράγιο μάλιστα να ακουμπήσει το πεζούλι της ταράτσας με τους αγκώνες του, γείροντας το σώμα του αρκετά, ένα μέτρο πιο πέρα από εκείνη. Κοίταξε κάτω το έδαφος, με ένα δέος που δεν το ξαναείχε στο παρελθόν. Δεν μέτρησε την απόσταση, δεν είχε νόημα άλλωστε, μια τέτοια πτώση θα ήταν σίγουρα θανατηφόρα.
"Καλησπέρα..", ψέλλισε ψιθυριστά, αρχίζοντας να παρατηρεί το πρόσωπό της από το πλάι. Ήταν λευκό, πιθανότατα από το κρύο, όπως οι ώμοι και τα χέρια της. Εκείνη γύρισε, τον κοίταξε σιωπηλή κι έπειτα ξανακοίταξε μπροστά της, μάλλον το απόλυτο κενό. Τον ελάχιστο χρόνο που είδε το πρόσωπό της ολόκληρο, κάτι του θύμισε πολύ αχνά, ενώ εντυπωσιάστηκε από την ομορφιά της. "Μπορώ να σε ρωτήσω τι συμβαίνει;", βρήκε το κουράγιο να πει με σταθερή φωνή. "Έχει σημασία;" ήρθε σχεδόν αμέσως η απάντηση, σπάζοντας επιτέλους τον πάγο. "Ε πως δεν έχει.. αφού ετοιμάζεσαι να πέσεις, έχει πολύ μεγάλη". "Δεν ετοιμάζομαι", του είπε παίζοντας με τις λέξεις κι αποφεύγοντας την ερώτηση, "είμαι έτοιμη καιρό τώρα". Ο ΧΘ δεν απάντησε, ένιωσε πως ότι κι αν έλεγε θα είχε ένα νόημα του στυλ "ε και τι περιμένεις τότε". Απέμεινε να την κοιτάζει. "Κοίτα κάτω", είπε εκείνη κι ο ΧΘ ξανακοίταξε. "Τι βλέπεις;". "Το πάρκο, το πεζοδρόμιο, την άσφαλτο...". "Δεν καταλαβαίνεις τότε", είπε κάπως απότομα, με φανερή την απογοήτευση στη φωνή της. "Τον θάνατο", είπε σχεδόν αμέσως ο ΧΘ, σε μια τελείως αυθόρμητη ενέργεια. Εκείνη γύρισε και τον κοίταξε με μάτια που έλαμπαν. "Επιτέλους...". Ο ΧΘ δίστασε "μπα, τα έχει χάσει μάλλον", σκέφτηκε. "Πες μου τώρα", συνέχισε εκείνη, "πόση είναι η απόσταση από μένα μέχρι το έδαφος;". "Αρκετά μεγάλη...", είπε ο ΧΘ χαμηλόφωνα. "και μέχρι τον θάνατο;", "...αρκετά μικρή" απάντησε εκείνος νιώθοντας έρμαιο της λογικής της. Εκείνη γέλασε. "Άρα μου λες ότι ο θάνατος είναι πιο κοντά από το έδαφος... δηλαδή θα έχω πεθάνει πριν φτάσω εκεί... σωστά;". Ο ΧΘ μπερδεύτηκε. Έτριψε με αμηχανία το μέτωπό του, προσπαθώντας να βάλει τάξη στις σκέψεις του και να βγάλει ένα λογικό συμπέρασμα, πράγμα δύσκολο κάτω από τις συγκεκριμένες συνθήκες. "Μη παίζεις με τις λέξεις", είπε στο τέλος με κάπως επιβλητικό ύφος, "δεν είναι όλα ξέρεις παιχνίδι, ούτε και πάντα, κατέβα κάτω και πάμε να σε κεράσω κάτι και να μιλήσουμε". Εκείνη δεν έδωσε σημασία, άρχισε μάλιστα να κουνάει τα ξυπόλητα πόδια της στο κενό. "Ξέρεις κάτι;", του είπε, "όλα στο παιχνίδι είναι κι όλοι παιχνίδια είμαστε, του εαυτού μας, της φύσης και των άλλων. Κι ίσως δεν παίζω εγώ τώρα. Ίσως παίζεις εσύ και μάλιστα χωρίς να το ξέρεις. Ίσως νομίζεις πως προσπαθείς να με σώσεις... ίσως αυτό που θες να σώσεις να είναι ο εαυτός σου. Κι ίσως είμαι η τελευταία σου ευκαιρία... ". "Δεν θα βγάλω άκρη γαμώτο", σκέφτηκε ο ΧΘ κάπως απελπισμένος, "δεν υπάρχει λογική σε αυτά που λέει".

Η κοπέλα γύρισε πάλι το κεφάλι της προς το μέρος του κι ο ΧΘ ένιωσε ότι τα μάτια της δεν τον κοίταζαν στην ουσία. Ήταν σαν να τον διαπερνούσαν, αγνοώντας την ύπαρξή του, κοιτάζοντας κάτι πίσω του κι όχι τον ίδιο. Κάτι ή το κενό. "Δεν θα καταλάβεις", συνέχισε, λες και διάβαζε την σκέψη του, "όχι τουλάχιστον πριν έρθεις στη θέση μου. Έλα και κάτσε δίπλα μου, όπως ακριβώς κάθομαι εγώ". Ο ΧΘ υπάκουσε αμίλητος, την πλησίασε λίγο ακόμη, σήκωσε το δεξί του πόδι, το πέρασε πάνω από το πεζούλι, γάτζωσε σ'αυτό με δύναμη το δεξί του χέρι και πέρασε έπειτα και το αριστερό του πόδι. Ένιωσε την απόσταση από το έδαφος να τον κοιτάζει αλύπητα και όλο του το κορμί να σφίγγεται πάνω στο πεζούλι, σε μια προσπάθεια να μην τον παρασύρει το αδύναμο κατά τ'άλλα αεράκι, στο κενό. "Μην κοιτάς τον θάνατο, κοίτα μπροστά, κοίτα γύρω, κοίτα ψηλά... κοίτα μέσα σου... κοίτα εμένα...". Οι τελευταίες πέντε λέξεις σχεδόν δεν ακούστηκαν απ'το στόμα της. Ήταν σαν να τις διάβαζε από το νου της. Ο ΧΘ κοίταξε τριγύρω κι αντίκρυσε μια θέα στην οποία πριν δεν είχε δώσει σημασία. Ένα πολύ μεγάλο μέρος της πόλης απλωνόταν μπροστά του, φωταγωγημένο απόλυτα, με χριστουγεννιάτικα στολίδια και απλά λαμπάκια στα περισσότερα δέντρα και τις στήλες του ηλεκτρικού ρεύματος. Και ξαφνικά, θαρρείς και το μυαλό του ξεκόλησε, άρχισε να θυμάται γεγονότα βαθιά θαμμένα στη μνήμη του. "Έχω ξανάρθει εδώ!", ξεφώνισε, "Αλήθεια! Πολλές φορές μάλιστα. Αυτή η πολυκατοικία... μα βέβαια... εδώ έμενε η...", σώπασε ξαφνικά. "Τι έπαθες; Προσπαθείς να θυμηθείς το όνομά της;", ρώτησε εκείνη, κοιτάζοντας πάλι το κενό πίσω του. Εκείνος την κοίταξε με τρόμο. "Ελευθερία, σε παρακαλώ, κατέβα απ' το πεζούλι. Δεν πρέπει να το κάνεις. Δεν μπορείς να μου το κάνεις αυτό". Η Ελευθερία χαμογέλασε γλυκά, έγνεψε το κεφάλι σαν να έλεγε "Επιτέλους" ή "Καλωσόρισες" και κοίταξε το κενό, τον θάνατο, όπως το ονόμαζε. "Βλέπεις... δεν κατάλαβες ποτέ ότι ο θάνατος ήρθε πριν το έδαφος", του είπε σχεδόν ψιθυριστά, "Δεν μπορείς να κάνεις τίποτε πια, μην προσπαθείς να με σώσεις. Αντιθέτως, μπορείς ακόμα να σώσεις τον εαυτό σου, είμαι η τελευταία σου ευκαιρία.". Ο Χρήστος την κοίταξε με λατρεία κι απορία, με το ελάχιστο κουράγιο που του είχε απομείνει. "Κοίτα κάτω", είπε εκείνη, "και πες μου τώρα τι βλέπεις;". Εκείνος κοίταξε κάτω άφοβα πλέον, με μια απάθεια που έσβησε σχεδόν αμέσως. Κάτω στο δρόμο γινόταν συνωστισμός, ένα πλήθος είχε μαζευτεί και τους κοίταζε στη ταράτσα, ενώ μέχρι εκεί που έφτανε το βλέμμα, η πόλη ασφυκτιούσε από αμάξια που περιφέρονταν σαν έντομα σε ένα ατέλειωτο βουητό. Ένα πυροσβεστικό όχημα και ένα ασθενοφόρο είχαν φτάσει μάλλον από ώρα, ενώ διάφορες φωνές, ακουγόντουσαν να δίνουν εντολές κοφτά. Ο Χρήστος κοίταξε την Ελευθερία, που συνέχιζε να κοιτάει το κενό πίσω του. Εκείνη χαμογέλασε "σε έσωσα χαζέ... θα μου λείψεις, να το ξέρεις". Σηκώθηκε όρθια πάνω στο πεζούλι, άπλωσε τα χέρια της κι αφέθηκε στο κενό. Ο Χρήστος έσπρωξε κι αυτός το σώμα του με δύναμη μπροστά σε μια ύστατη προσπάθεια να την προλάβει και το κατάφερε. Τύλιξε τα χέρια του γύρω από την μέση της και αφέθηκε στη πτώση μαζί της. Έκλεισε τα μάτια, όπως θα τα έκλεινε κάποιος που νιώθει πως έχει τα πάντα, περιμένοντας τον τελευταίο ήχο, που θα έκανε το σώμα του στο έδαφος.
Μα δεν έφτασε ποτέ εκεί. Λίγο πριν, ένιωσε κάτι σχετικά σκληρό αλλά και ελαστικό να σταματάει την πτώση του και κατάλαβε πως ήταν δίχτυ. Ένα δίχτυ το οποίο κι ο ίδιος είχε προσπαθήσει να χρησιμοποιήσει στο παρελθόν, ανεπιτυχώς, για τον μεγάλο του έρωτα, την Ελευθερία. Δεν είχε προλάβει όμως. Άνοιξε τα μάτια και είδε τριγύρω κόσμο να τον κοιτάζει με λύπη, φρίκη, ενθουσιασμό που σώθηκε χάρη στην έγκαιρη επέμβαση των συναδέλφων του. Δεν έψαξε για την Ελευθερία, δεν χρειαζόταν άλλωστε. Πλέον ήξερε. Και συνειδητοποίησε τα λόγια της ή μάλλον τα δικά του. Περισσότερο το γιατί ο θάνατος ήταν πιο κοντά από το έδαφος... και πως ακριβώς τον έσωσε εκείνη από αυτόν, καθυστερώντας τον από αυτό που ετοίμαζε να κάνει, βοηθώντας τον να αναπτύξει μια συζήτηση με τον ίδιο του τον εαυτό.
"Σ'ευχαριστώ, είτε υπάρχεις πλέον είτε όχι. Σ'αγαπώ και θα σε θυμάμαι πάντα", είπε από μέσα του ο Χρήστος και έκλεισε τα μάτια ήρεμος, αφήνοντας τους να τον βάλουν στο ασθενοφόρο.