Ήταν δεν ήταν μεσάνυχτα, σε μια πόλη που συνήθως δεν ησύχαζε πριν ξημερώσει. Συνήθως, αλλά όχι κι αυτή τη χριστουγεννιάτικη βραδιά. Ο ΧΘ έκανε την καθιερωμένη του διαδρομή, επιστρέφοντας ποδαράτο από τη δουλειά στο σπίτι. Είχε βέβαια αμάξι, πολλά χρόνια τώρα, αλλά το χρησιμοποιούσε ελάχιστες φορές, αφού το πυροσβεστικό τμήμα, στο οποίο και δούλευε, ήταν πολύ κοντά στο σπίτι του και η βολτίτσα με τα πόδια δεν ήταν καθόλου άσχημη, ειδικά τις βραδινές ώρες. Έτσι λοιπόν κι αυτή τη νύχτα, πήρε το δρόμο της επιστροφής, έχοντας για συντροφιά τις αναμνήσεις της ημέρας και τις σκέψεις του.
Σύντομα αντιλήφθηκε ότι η πόλη έμοιαζε να βρίσκεται σε χειμερία νάρκη. "Χειμώνιασε για τα καλά επιτέλους", σκέφτηκε, χουχούλιασε στο παλτό του και διέσχισε την τεράστια λεωφόρο, χωρίς καμμία προσοχή και χωρίς να δώσει σημασία στον σηματοδότη. Περπάτησε δύο-τρία τετράγωνα και βρέθηκε στο έρημο πάρκο της γειτονιάς του, ένα πάρκο που μικρός λάτρευε, νεαρός φοβόταν, ενώ πλέον τον άφηνε αδιάφορο. Μιας και δεν είχε κανέναν στο σπίτι να τον περιμένει, αποφάσισε να κάτσει για λίγο στο παγκάκι. Έβγαλε ένα τσιγάρο από το πακέτο κι άρχισε να ψάχνει τις τσέπες του για αναπτήρα μάταια, συνειδητοποιώντας πως τον είχε ξεχάσει στο γραφείο του. "Να πάρει η οργή! Για όνομα πια...", μονολόγησε κάπως πιο δυνατά απ'ότι συνήθως. Κοίταξε τριγύρω με ύφος που είχε κάτι από απογοήτευση, πανικό και ελπίδα ταυτόχρονα, αλλά φυσικά δεν είδε ψυχή. Σχεδόν αμέσως άρχισε τη γκρίνια. "Παραμονή Χριστουγέννων και τι ζητάω; Ούτε συγγενείς, ούτε γαλοπούλες, ούτε κάποια σύντροφο, ούτε καν ζεστό φαί ή έστω παρέα. Δηλαδή πόσο δύσκολο είναι να βρω απλώς μια φωτιά που να μην πρέπει να σβήσω, μια φωτιά ν'ανάψω το τσιγάρο μου;" και συνέχισε με ένα πιο θλιμμένο ύφος αυτή τη φορά "...έρημη πόλη και να μην μπορώ να την απολαύσω όπως θα ήθελα. Κρίμα...".
Σε μια ύστατη προσπάθεια να διακρίνει κάποιον έστω και αρκετά μακριά, άρχισε να κοιτάζει τριγύρω πιο αργά, θέλωντας να διατρυπήσει το σκοτάδι και της παραμικρής γωνίτσας. Εκείνη τη στιγμή και με την άκρη του ματιού, είδε κάτι λευκό να κουνιέται ψηλά, στη πολυκατοικία απέναντι. Σήκωσε το κεφάλι ψηλά πιστεύοντας οτί θα αντικρύσει κάποιο απλωμένο σεντόνι ή τραπεζομάντηλο και ανατρίχιασε όταν είδε ότι ήταν ανθρώπινη η μορφή και μάλιστα όχι σε κάποιο μπαλκόνι, αλλά στην άκρη της ταράτσας. Μια μορφή αερική, που αγνάντευε το έδαφος, ίσως μετρώντας τα μέτρα που τη χωρίζαν απ'αυτό.
Ο ΧΘ αναπήδησε από το παγκάκι κι έμεινε για λίγο να κοιτάζει σαστισμένος τη μορφή, αναποφάσιστος για το τι πρέπει να κάνει. Αναμφισβήτητα ήταν απροετοίμαστος για κάτι τέτοιο. Συνήλθε από την έκπληξη αρκετά γρήγορα και όρμηξε να μπει στη πολυκατοικία. Η πόρτα ευτυχώς ήταν ανοιχτή, έτρεξε μέχρι το ασανσέρ και το κάλεσε με βιαστικά νευρικά πατήματα. Άνοιξε την πόρτα, χώθηκε μέσα κλείνοντάς την πίσω του απότομα και πάτησε το κουμπί του τελευταίου ορόφου. Το ασανσέρ άρχισε να ανεβαίνει πιο αργά και νωχελικά από κάθε άλλο ή έτσι τουλάχιστον νόμιζε ο ΧΘ, ο οποίος προσπαθούσε να το σπρώξει έστω και με την σκέψη του. Μόλις έφτασε στον πέμπτο όροφο, ο ΧΘ που από πριν έσπρωχνε την πόρτα, πετάχτηκε έξω κι άρχισε να ανεβαίνει βιαστικά τα σκαλιά προς την ταράτσα. Η πόρτα αν και κλειστή, ήταν ξεκλείδωτη. Εκεί κοντοστάθηκε, πήρε μια βαθιά ανάσα και την άνοιξε απαλά. Ήξερε ότι το τελευταίο που θα έπρεπε να κάνει θα ήταν να αιφνιδιάσει τον άνθρωπο που σκόπευε να βάλει τέλος στη ζωή του. Κοίταξε τριγύρω και είδε την λευκή μορφή να βρίσκεται ακόμα στην άκρη, έχοντας καθίσει πλέον πάνω στο πεζούλι, με τα χέρια τεντωμένα να κρατιούνται απ' αυτό και τα πόδια να κρέμονται στο κενό...
Κοντοστάθηκε για λίγο αμήχανα, κοιτάζοντας επίμονα την λευκή σιλουέτα. Ήταν αναμφισβήτητα κοπέλα, μάλλον νεαρής ηλικίας, αδύνατη με σκουρόχρωμα ίσια μακριά μαλλιά, που ανέμιζαν θαρρείς νεκρά στο ελάχιστο αεράκι που φυσούσε, ακριβώς όπως και το λευκό μακρύ αμάνικο νυχτικό της. Έμοιαζε αέρινη στο σύνολό της, όσο και εύθραυστη, σε μια παράξενη αντίθεση. Την σκέψη του, για το πως θα πλησιάσει χωρίς να την τρομάξει με την παρουσία του, ήρθε και την διέκοψε η παγερά ήρεμη φωνή της. "Πλησίασε αν θέλεις... μα χωρίς να κάνεις κάποια κίνηση να με σταματήσεις. Ειδάλλως θα πέσω νωρίτερα απ'ότι θα ήθελα...".
Έκπληκτος ο ΧΘ προχώρησε με αργές αλλά πιο άφοβες κινήσεις πλέον. Βρήκε το κουράγιο μάλιστα να ακουμπήσει το πεζούλι της ταράτσας με τους αγκώνες του, γείροντας το σώμα του αρκετά, ένα μέτρο πιο πέρα από εκείνη. Κοίταξε κάτω το έδαφος, με ένα δέος που δεν το ξαναείχε στο παρελθόν. Δεν μέτρησε την απόσταση, δεν είχε νόημα άλλωστε, μια τέτοια πτώση θα ήταν σίγουρα θανατηφόρα.
"Καλησπέρα..", ψέλλισε ψιθυριστά, αρχίζοντας να παρατηρεί το πρόσωπό της από το πλάι. Ήταν λευκό, πιθανότατα από το κρύο, όπως οι ώμοι και τα χέρια της. Εκείνη γύρισε, τον κοίταξε σιωπηλή κι έπειτα ξανακοίταξε μπροστά της, μάλλον το απόλυτο κενό. Τον ελάχιστο χρόνο που είδε το πρόσωπό της ολόκληρο, κάτι του θύμισε πολύ αχνά, ενώ εντυπωσιάστηκε από την ομορφιά της. "Μπορώ να σε ρωτήσω τι συμβαίνει;", βρήκε το κουράγιο να πει με σταθερή φωνή. "Έχει σημασία;" ήρθε σχεδόν αμέσως η απάντηση, σπάζοντας επιτέλους τον πάγο. "Ε πως δεν έχει.. αφού ετοιμάζεσαι να πέσεις, έχει πολύ μεγάλη". "Δεν ετοιμάζομαι", του είπε παίζοντας με τις λέξεις κι αποφεύγοντας την ερώτηση, "είμαι έτοιμη καιρό τώρα". Ο ΧΘ δεν απάντησε, ένιωσε πως ότι κι αν έλεγε θα είχε ένα νόημα του στυλ "ε και τι περιμένεις τότε". Απέμεινε να την κοιτάζει. "Κοίτα κάτω", είπε εκείνη κι ο ΧΘ ξανακοίταξε. "Τι βλέπεις;". "Το πάρκο, το πεζοδρόμιο, την άσφαλτο...". "Δεν καταλαβαίνεις τότε", είπε κάπως απότομα, με φανερή την απογοήτευση στη φωνή της. "Τον θάνατο", είπε σχεδόν αμέσως ο ΧΘ, σε μια τελείως αυθόρμητη ενέργεια. Εκείνη γύρισε και τον κοίταξε με μάτια που έλαμπαν. "Επιτέλους...". Ο ΧΘ δίστασε "μπα, τα έχει χάσει μάλλον", σκέφτηκε. "Πες μου τώρα", συνέχισε εκείνη, "πόση είναι η απόσταση από μένα μέχρι το έδαφος;". "Αρκετά μεγάλη...", είπε ο ΧΘ χαμηλόφωνα. "και μέχρι τον θάνατο;", "...αρκετά μικρή" απάντησε εκείνος νιώθοντας έρμαιο της λογικής της. Εκείνη γέλασε. "Άρα μου λες ότι ο θάνατος είναι πιο κοντά από το έδαφος... δηλαδή θα έχω πεθάνει πριν φτάσω εκεί... σωστά;". Ο ΧΘ μπερδεύτηκε. Έτριψε με αμηχανία το μέτωπό του, προσπαθώντας να βάλει τάξη στις σκέψεις του και να βγάλει ένα λογικό συμπέρασμα, πράγμα δύσκολο κάτω από τις συγκεκριμένες συνθήκες. "Μη παίζεις με τις λέξεις", είπε στο τέλος με κάπως επιβλητικό ύφος, "δεν είναι όλα ξέρεις παιχνίδι, ούτε και πάντα, κατέβα κάτω και πάμε να σε κεράσω κάτι και να μιλήσουμε". Εκείνη δεν έδωσε σημασία, άρχισε μάλιστα να κουνάει τα ξυπόλητα πόδια της στο κενό. "Ξέρεις κάτι;", του είπε, "όλα στο παιχνίδι είναι κι όλοι παιχνίδια είμαστε, του εαυτού μας, της φύσης και των άλλων. Κι ίσως δεν παίζω εγώ τώρα. Ίσως παίζεις εσύ και μάλιστα χωρίς να το ξέρεις. Ίσως νομίζεις πως προσπαθείς να με σώσεις... ίσως αυτό που θες να σώσεις να είναι ο εαυτός σου. Κι ίσως είμαι η τελευταία σου ευκαιρία... ". "Δεν θα βγάλω άκρη γαμώτο", σκέφτηκε ο ΧΘ κάπως απελπισμένος, "δεν υπάρχει λογική σε αυτά που λέει".
Η κοπέλα γύρισε πάλι το κεφάλι της προς το μέρος του κι ο ΧΘ ένιωσε ότι τα μάτια της δεν τον κοίταζαν στην ουσία. Ήταν σαν να τον διαπερνούσαν, αγνοώντας την ύπαρξή του, κοιτάζοντας κάτι πίσω του κι όχι τον ίδιο. Κάτι ή το κενό. "Δεν θα καταλάβεις", συνέχισε, λες και διάβαζε την σκέψη του, "όχι τουλάχιστον πριν έρθεις στη θέση μου. Έλα και κάτσε δίπλα μου, όπως ακριβώς κάθομαι εγώ". Ο ΧΘ υπάκουσε αμίλητος, την πλησίασε λίγο ακόμη, σήκωσε το δεξί του πόδι, το πέρασε πάνω από το πεζούλι, γάτζωσε σ'αυτό με δύναμη το δεξί του χέρι και πέρασε έπειτα και το αριστερό του πόδι. Ένιωσε την απόσταση από το έδαφος να τον κοιτάζει αλύπητα και όλο του το κορμί να σφίγγεται πάνω στο πεζούλι, σε μια προσπάθεια να μην τον παρασύρει το αδύναμο κατά τ'άλλα αεράκι, στο κενό. "Μην κοιτάς τον θάνατο, κοίτα μπροστά, κοίτα γύρω, κοίτα ψηλά... κοίτα μέσα σου... κοίτα εμένα...". Οι τελευταίες πέντε λέξεις σχεδόν δεν ακούστηκαν απ'το στόμα της. Ήταν σαν να τις διάβαζε από το νου της. Ο ΧΘ κοίταξε τριγύρω κι αντίκρυσε μια θέα στην οποία πριν δεν είχε δώσει σημασία. Ένα πολύ μεγάλο μέρος της πόλης απλωνόταν μπροστά του, φωταγωγημένο απόλυτα, με χριστουγεννιάτικα στολίδια και απλά λαμπάκια στα περισσότερα δέντρα και τις στήλες του ηλεκτρικού ρεύματος. Και ξαφνικά, θαρρείς και το μυαλό του ξεκόλησε, άρχισε να θυμάται γεγονότα βαθιά θαμμένα στη μνήμη του. "Έχω ξανάρθει εδώ!", ξεφώνισε, "Αλήθεια! Πολλές φορές μάλιστα. Αυτή η πολυκατοικία... μα βέβαια... εδώ έμενε η...", σώπασε ξαφνικά. "Τι έπαθες; Προσπαθείς να θυμηθείς το όνομά της;", ρώτησε εκείνη, κοιτάζοντας πάλι το κενό πίσω του. Εκείνος την κοίταξε με τρόμο. "Ελευθερία, σε παρακαλώ, κατέβα απ' το πεζούλι. Δεν πρέπει να το κάνεις. Δεν μπορείς να μου το κάνεις αυτό". Η Ελευθερία χαμογέλασε γλυκά, έγνεψε το κεφάλι σαν να έλεγε "Επιτέλους" ή "Καλωσόρισες" και κοίταξε το κενό, τον θάνατο, όπως το ονόμαζε. "Βλέπεις... δεν κατάλαβες ποτέ ότι ο θάνατος ήρθε πριν το έδαφος", του είπε σχεδόν ψιθυριστά, "Δεν μπορείς να κάνεις τίποτε πια, μην προσπαθείς να με σώσεις. Αντιθέτως, μπορείς ακόμα να σώσεις τον εαυτό σου, είμαι η τελευταία σου ευκαιρία.". Ο Χρήστος την κοίταξε με λατρεία κι απορία, με το ελάχιστο κουράγιο που του είχε απομείνει. "Κοίτα κάτω", είπε εκείνη, "και πες μου τώρα τι βλέπεις;". Εκείνος κοίταξε κάτω άφοβα πλέον, με μια απάθεια που έσβησε σχεδόν αμέσως. Κάτω στο δρόμο γινόταν συνωστισμός, ένα πλήθος είχε μαζευτεί και τους κοίταζε στη ταράτσα, ενώ μέχρι εκεί που έφτανε το βλέμμα, η πόλη ασφυκτιούσε από αμάξια που περιφέρονταν σαν έντομα σε ένα ατέλειωτο βουητό. Ένα πυροσβεστικό όχημα και ένα ασθενοφόρο είχαν φτάσει μάλλον από ώρα, ενώ διάφορες φωνές, ακουγόντουσαν να δίνουν εντολές κοφτά. Ο Χρήστος κοίταξε την Ελευθερία, που συνέχιζε να κοιτάει το κενό πίσω του. Εκείνη χαμογέλασε "σε έσωσα χαζέ... θα μου λείψεις, να το ξέρεις". Σηκώθηκε όρθια πάνω στο πεζούλι, άπλωσε τα χέρια της κι αφέθηκε στο κενό. Ο Χρήστος έσπρωξε κι αυτός το σώμα του με δύναμη μπροστά σε μια ύστατη προσπάθεια να την προλάβει και το κατάφερε. Τύλιξε τα χέρια του γύρω από την μέση της και αφέθηκε στη πτώση μαζί της. Έκλεισε τα μάτια, όπως θα τα έκλεινε κάποιος που νιώθει πως έχει τα πάντα, περιμένοντας τον τελευταίο ήχο, που θα έκανε το σώμα του στο έδαφος.
Μα δεν έφτασε ποτέ εκεί. Λίγο πριν, ένιωσε κάτι σχετικά σκληρό αλλά και ελαστικό να σταματάει την πτώση του και κατάλαβε πως ήταν δίχτυ. Ένα δίχτυ το οποίο κι ο ίδιος είχε προσπαθήσει να χρησιμοποιήσει στο παρελθόν, ανεπιτυχώς, για τον μεγάλο του έρωτα, την Ελευθερία. Δεν είχε προλάβει όμως. Άνοιξε τα μάτια και είδε τριγύρω κόσμο να τον κοιτάζει με λύπη, φρίκη, ενθουσιασμό που σώθηκε χάρη στην έγκαιρη επέμβαση των συναδέλφων του. Δεν έψαξε για την Ελευθερία, δεν χρειαζόταν άλλωστε. Πλέον ήξερε. Και συνειδητοποίησε τα λόγια της ή μάλλον τα δικά του. Περισσότερο το γιατί ο θάνατος ήταν πιο κοντά από το έδαφος... και πως ακριβώς τον έσωσε εκείνη από αυτόν, καθυστερώντας τον από αυτό που ετοίμαζε να κάνει, βοηθώντας τον να αναπτύξει μια συζήτηση με τον ίδιο του τον εαυτό.
"Σ'ευχαριστώ, είτε υπάρχεις πλέον είτε όχι. Σ'αγαπώ και θα σε θυμάμαι πάντα", είπε από μέσα του ο Χρήστος και έκλεισε τα μάτια ήρεμος, αφήνοντας τους να τον βάλουν στο ασθενοφόρο.