Με λίγα λόγια...


Αν και οι λέξεις χρησιμοποιήθηκαν από μένα, το νόημα που θα τους αποδοθεί είναι κατά κύριο λόγο ευθύνη δική σας, των αναγνωστών. Να έχετε πάντα υπόψιν ότι δεν διαβάζετε τις δικές μου σκέψεις επακριβώς, αλλά τον τρόπο, τον μοναδικό, με τον οποίο εσείς τις εκλάβατε. Κι ελπίζω να είναι πάντα ο καλύτερος κι ο πιο χρηστικός για εσάς και τους γύρω σας.
Ευχαριστώ.


Tuesday, February 15, 2011

Απτόητη φρίκη...


Ζωγράφιζε όμορφα, κανείς δεν μπορούσε να το αρνηθεί. Τα χρώματα άφηναν,τους πάντες άναυδους. Ο πρωτόγνωρος τόνος που είχαν αλλά και η τόσο απαλή υφή επάνω στο χαρτί. Ακόμα κι ο πιο αδαής θα μπορούσε να πει ότι δεν ήταν κραγιόνια, μπογιές, κηρομπογιές ή οτιδήποτε γνωστό και πολυχρησιμοποιημένο. Έμπειροι ζωγράφοι και άλλοι δήθεν ειδικοί είχαν χάσει τον ύπνο τους προκειμένου να λύσουν το μυστήριο χωρίς καμμία τύχη. Το στόμα της παρέμενε σφραγισμένο και οι πίνακές της πωλούνταν πριν καν "στεγνώσουν". Είχε πλέον ένα τεράστιο κοινό, ήταν διάσημη με την θετικότερη έννοια που θα μπορούσε να έχει αυτή η λέξη. Διάσημη και περιζήτητη, αφού την προσκαλούσαν σε κάθε είδους κοινωνική εκδήλωση, σχετική ή μη με το αντικείμενό της. Η ίδια δεν παρασύρθηκε από όλη αυτή τη κατάσταση. Δεν το πήρε πάνω της, δεν κολακεύτηκε ούτε στιγμή από τις αντιδράσεις των ανθρώπων γύρω της, τόσο των "άσχετων", όσο και των συνήθως αυτοαποκαλούμενων "ειδικών". Θεωρούσε πως βρισκόταν αντιμέτωπη με το κοινό ενός τσίρκου. Ένα κοινό έτοιμο να φτύσει ή να χειροκροτήσει, σε μια πολύ περίεργη ισορροπία και με απρόβλεπτες ταλαντεύσεις. Ίσως γι'αυτό είχε και το βλέμμα του γελωτοποιού, αυτό που είναι καλά κρυμμένο πίσω από την υποκριτική δεινότητα. Βλέμμα μοναξιάς μέσα στο ασφυκτικό πλήθος, βλέμμα θλίψης μέσα στο δυνατό γέλιο, θλίψης για το τι προκαλεί το γέλιο των άλλων και βλέμμα απόλυτης αδιαφορίας, κατά βάθος, για τους γύρω. Ελλείψει εκτίμησης, απώλεια ενδιαφέροντος.

Στο τέλος αποφάσισε να αποκαλύψει το μυστικό της. Οι πιέσεις ήταν ασφυκτικές, ένα πλήθος κόσμου την παρακολουθούσε σε κάθε βήμα, με αποτέλεσμα πλέον να μην μπορεί ν'απομονωθεί για λίγες ώρες, για να ζωγραφίσει στην ύπαιθρο, προκειμένου να προστατέψει το "μυστικό" της. Δεν θυμόταν πια καν τον λόγο για τον οποίο το είχε κρατήσει κρυφό. Ίσως ένας ενδόμυχος φόβος, ίσως μια επιθυμία να προκαλέσει την περιέργεια κάποιων, ίσως πολλά μαζί σε συνδυασμό με την αυταρέσκεια, κάτι το οποίο πλέον δεν υπήρχε, είχε σβήσει μαζί με άλλα χαρακτηριστικά του ψυχισμού της, χαρακτηριστικά του ανθρώπινου ψυχισμού γενικότερα. Έτσι, αφού ειδοποίησε δημοσιογράφους, συνεργάτες, φίλους και γνωστούς για την απόφασή της να μοιραστεί το περίφημο μυστικό με τον υπόλοιπο κόσμο, μάζεψε όλα της τα σύνεργα και πήγε στο προκαθορισμένο σημείο, σ'ένα από τα πιο κεντρικά μέρη της πόλης. Έβγαλε έξω τα πινέλα, ένα καρεκλάκι, έναν καμβά, ένα λείο επίπεδο αντικείμενο που της χρησίμευε σαν παλέττα και το οποίο το είχε αλείψει με ένα ειδικό διαφανές υγρό κι ένα περίεργο κουτί που είχε πολλές μικρές τρυπίτσες τριγύρω. Δεν πρόλαβε να τελειώσει τις προετοιμασίες και το πλήθος την είχε ήδη περικυκλώσει, άλλοι προσπαθώντας να δουν, άλλοι να καταγράψουν την διαδικασία στο κινητό, την ερασιτεχνική ή επαγγελματική τους κάμερα. Εκείνη κοίταξε για ώρα κάποιον από το πλήθος κι έπειτα έβαλε το χέρι της με προσοχή μέσα στο κουτί, από μια ειδική στρογγυλή πορτίτσα που είχε. Το έβγαλε με ιδιαίτερα αργές κινήσεις και με την χούφτα κλειστή, το πλησίασε κοντά στη παλέττα και προσεκτικά άνοιξε τον αντίχειρα και δύο από τα δάχτυλα, κρατώντας απαλά με τις άκρες των άλλων δύο το περίφημο μυστικό "υλικό". Τα μάτια όλων καρφώθηκαν στο χέρι της προσπαθώντας να διακρίνουν το τι ακριβώς κρατούσε, μάταια όμως. Μπόρεσαν να καταλάβουν μόνο όταν με κινήσεις ταχυδακτυλουργού εναπόθεσε το "υλικό" στην παλέττα. Αναφώνησαν με φρίκη, χωρίς να πιστεύουν στα μάτια τους, θεωρώντας πως επρόκειτο για φάρσα. Εκείνη συνέχισε να βάζει το χέρι της στο κουτί και να επαναλαμβάνει την διαδικασία μέχρι που γέμισε την επιφάνεια της παλέττας με όλα τα χρώματα που ήθελε να χρησιμοποιήσει. Η παλέττα είχε καλυφθεί από πεταλούδες που σπάραζαν, προσπαθώντας να ξεκολήσουν τα φτερά τους από το ειδικό αυτό υγρό στο οποίο και τις είχε τοποθετήσει. Ήδη κάποιοι ευαισθητοποιημένοι γονείς μάζευαν τα μικρά τους για να τα γλιτώσουν από το φρικιαστικό θέαμα, ενώ κάποιοι άλλοι έκλειναν τα μάτια τους αλλά παρέμεναν εκεί προκειμένου να παρακολουθήσουν την όλη διαδικασία. Οι πιο ψύχραιμοι μάλιστα πιθανότατα αμφέβαλλαν ακόμη για το τελικό αποτέλεσμα. Εκείνη κυνικά διάλεξε ένα πινέλο και βουτώντας το στα φτερά πεταλούδας, διαφορετικής κάθε φορά που το έκρινε απαραίτητο, ολοκλήρωσε ένα από τα πιο καλοεκτελεσμένα της έργα, το πορτραίτο του ανθρώπου που παρατηρούσε σχολαστικά λίγη ώρα πριν. Κατά την διάρκεια της ζωγραφικής άκουσε δεκάδες υβριστικά και προσβλητικά σχόλια, ένιωσε πλήθος απλώς να αποχωρεί μουρμουρώντας σε σαφώς δυσαρεστημένο τόνο, ενώ στο τέλος, πριν καν προλάβει το αριστούργημα να "στεγνώσει" ένα μέρος του πλήθους κινήθηκε προς το μέρος της με ιδιαίτερα απειλητικές διαθέσεις, πιθανότατα για να την λιντσάρει. Οι πιο ψύχραιμοι τους συγκράτησαν όμως κι έτσι αρκέστηκαν στο να της κλωτσήσουν τα σύνεργα, να φτύσουν και να ποδοπατήσουν το έργο της. Διέλυσαν ακόμα και το κουτί, αφού πρώτα το άνοιξαν για να ελευθερωθούν οι υπόλοιπες πεταλούδες.

Εκείνη δεν αντέδρασε σε τίποτε από όλα αυτά. Όταν τελείωσε τη ζωγραφιά απλά έκλεισε τα μάτια και περίμενε καρτερικά την όλη κορύφωση της δυσαρέσκειας, την οποία την είχε προβλέψει θα έλεγε κανείς με μαθηματική ακρίβεια. Μόνο όταν όλα τελείωσαν άνοιξε τα μάτια, κοίταξε όσους την έβλεπαν με αηδία, είπε ειρωνικά "Καλή όρεξη" και χωρίς να πάρει τίποτε από όσα είχε φέρει μαζί της, σηκώθηκε και πήρε τον δρόμο της επιστροφής. Η αλήθεια είναι πως αν και τόσο απλές οι δύο αυτές λέξεις, ποτέ δεν έγιναν αντιληπτές από το κοινό που έχασε από κοντά της δια παντός. Όλοι αρκέστηκαν στο να πετάξουν ή καταστρέψουν κάθε της πίνακα που είχαν αποκτήσει, θυμωμένοι με το γεγονός ότι το "τέρας" ακόμη ανέπνεε, απολαμβάνοντας παρόλα αυτά το φαγητό τους και διάφορα άλλα πράγματα, ενδύματα, υποδήματα, διακοσμητικά αντικείμενα κάθε μέρα που περνούσε...

0 comments:

Post a Comment